Αποκαλυπτική εκδοχή της Αλήθειας
‘’Αποκαλυπτική εκδοχή της Αλήθειας’’ - μέρος 1ο
Θεϊστές Vs Αθεϊστών. Άνθρωποι της ‘’πίστης’’ και άνθρωποι του ‘’ορθολογισμού’’.
Και οι δύο κατηγορίες ανθρώπων, φαίνεται να μην κατανοούν πως ούτε η πίστη ούτε ορθολογισμός, μπορούν από μόνα τους να προσεγγίσουν όλη την αλήθεια (=πραγματική πραγματικότητα).
Είναι προφανές πως στο χώρο της πίστης, άλλη η «αλήθεια» του ινδουιστή πιστού, και άλλη η «αλήθεια» του χριστιανού πιστού.
Αντίστοιχα και στον χώρο του ορθολογισμού, δεν υπάρχει μία ενιαία αλήθεια. Η μία σχολή πχ, θα πει «η ηθική είναι προϊόν βιολογίας και εξέλιξης», ενώ η άλλη, «η ηθική είναι κοινωνική συμφωνία». Ο ένας ορθολογιστής θα πει «δεν υπάρχει νόημα», ενώ ο άλλος «το νόημα το δημιουργεί ο άνθρωπος».
Πίστη και ορθολογισμός, είναι απλώς διαφορετικές πεποιθήσεις προσέγγισης της αλήθειας και αντί να μιλάμε για ‘’ανθρώπους πίστης’’ Vs ‘’ανθρώπους ορθολογισμού’’, καλό θα ήταν να μιλάμε για ‘’ανθρώπους μιας πεποίθησης’’ Vs ‘’ανθρώπους μιας άλλης πεποίθησης’’.
Παρακάτω, θα προσπαθήσω να δείξω, πως κάθε πεποίθηση, εφόσον νοηματοδοτεί τη ζωή μας, είναι στην ουσία ‘’πίστη’’. Επίσης ότι ‘’ορθολογισμός’’ είναι κάτι που δεν υπάρχει. Το νόημα είναι το υπαρξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί και αυτός ο ‘’ορθολογισμός’’ και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να γλυτώσει από την αναφορά του σε νόημα, σκοπό κι αιτία.
Εάν οι όποιες πεποιθήσεις μας νοηματοδοτούν τη ζωή μας, τότε απαντούν σε ερωτήματα περί του τι είναι πραγματικό=αληθές. Οπότε δεν είμαστε ορθολογιστές. Είμαστε πιστοί. Κι αυτό διότι το ‘’νόημα’’ (ως λόγος, αιτία, σκοπός) και ο ‘’ορθολογισμός΄΄ (ως αθεΐα, αναιτιότητα), είναι έννοιες ασύμβατες.
Η νοηματοδοτούμενη ‘’ορθολογιστική’’ προσέγγιση του κόσμου είναι (κι αυτή), απλώς μια πεποίθηση πίστης, διότι προϋποθέτει, έναν λόγο ορθολογιστικής προσέγγισης (πχ. Για ποιό λόγο, με ποιά αιτία και τι σκοπό, κάνω την ‘’ορθολογιστική προσέγγιση’’ και όχι την ‘’προσέγγιση πίστης’’; ).
Επίσης, είναι φανερό πως, όταν λέμε «πιστεύω στον ορθολογισμό», ήδη κάνουμε κάτι που δεν είναι απολύτως ορθολογικό. Πιστεύουμε. Εμπιστευόμαστε έναν συγκεκριμένο τρόπο θέασης του κόσμου, σε βαθμό θρησκοληψίας (αφού αυτή η πίστη, είναι για εμάς μια βεβαιότητα).
Εάν πάλι απλά πούμε «είμαι ορθολογιστής», πάλι κάνουμε κάτι που δεν είναι απολύτως ορθολογικό, εφόσον, η δήλωση «είμαι ορθολογιστής», ήδη προϋποθέτει μια πράξη νοηματοδότησης που απαντά στο «γιατί είμαι ορθολογιστής και όχι πιστός;»
Πραγματικός ορθολογιστής λοιπόν, δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, απαντά στο ερώτημα ‘’πως αυτοπροσδιορίζομαι;’’, που απαντά, σε ένα ‘’γιατί’’ θέτω το ερώτημα ‘’πως αυτοπροσδιορίζομαι’’; Κι αυτό είναι ερώτημα νοήματος. Ερώτημα πεποίθησης. Ερώτημα πίστης.
Και φτάσαμε στο κρίσιμο ερώτημα.
Πότε η Αλήθεια δεν είναι πεποίθηση; Πότε η Αλήθεια δεν είναι κάτι που κατασκευάζει ο νους, που αποδεικνύεται τόσο επιρρεπής σε πεποιθήσεις;
Και η πιο λογική απάντηση που μπορούμε να δώσουμε, εάν θέλουμε να είμαστε όσο το δυνατό πιο αντικειμενικοί, είναι πως, η Αλήθεια δεν μπορεί να είναι κάτι που επινοείται. Η Αλήθεια πρέπει να είναι κάτι που αποκαλύπτεται.
‘’Αποκαλυπτική εκδοχή της Αλήθειας’’ - μέρος 2ο
Στην προηγούμενη ανάρτηση, έγινε αναφορά κυρίως στις αντιφάσεις του ‘’ορθολογισμού’’, ο οποίος συχνά είναι κεκαλυμμένη πίστη.
Εδώ θα πούμε περισσότερο για την πίστη και πως, ενώ παρουσιάζεται ως κάτι εντελώς ξένο προς τον ορθολογισμό, στην πράξη πολλές φορές, λειτουργεί ακριβώς όπως ο ορθολογισμός.
Δεν είναι δύσκολη η διαπίστωση ότι, ο πιστός συχνά οικοδομεί συλλογισμούς, επιχειρήματα, αποδείξεις, ερμηνείες, εσωτερικές και εξωτερικές συνέπειες για να θεμελιώσει όσα πιστεύει. Προσπαθεί να δείξει ότι η πίστη του είναι η πιο συνεπής απάντηση και εξήγηση σε όλα τα ερωτήματα. Πιστεύει, επειδή αναλύει, συμπεραίνει, ερμηνεύει, αιτιολογεί, αποδεικνύει.
Σπάνια κάποιος δυνάμει πιστός, συγκινείται από τον ευαγγελικό τρόπο ζωής. Συνήθως, πείθεται (ίσως εξαναγκαστικά), από τον ορθολογισμό-λογικότητα των επιχειρημάτων.
Γι’ αυτό και πολλοί θρησκευόμενοι, ενώ θεωρούν ότι κινούνται αποκλειστικά στον χώρο της πίστης, στην πραγματικότητα ζουν μέσα σε ένα πλέγμα ορθολογιστικών επιχειρημάτων (στο χριστιανισμό λέγεται ‘’απολογητική’’), που στηρίζουν την πίστη τους.
Όπως δηλαδή, ο ορθολογιστής μπορεί να μετατρέπει τη λογική σε πίστη, έτσι και ο πιστός μπορεί να μετατρέπει την πίστη, σε ορθολογιστικό σύστημα βεβαιοτήτων.
Γι αυτό το λόγο, η ορθόδοξη παράδοση κράτησε επιφυλάξεις απέναντι στην έντονη απολογητική νοοτροπία.
Προσωπικά θυμάμαι ότι η εισαγωγή μου στο χώρο της ‘’πίστης’’, έγινε όταν διάβασα ένα εξαιρετικό βιβλίο εκλαϊκευμένης απολογητικής (‘’Τι είναι ο Χριστός’’ του Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου), το οποίου ο ορθολογισμός, δε μου άφησε περιθώρια διαφωνίας. Αμέσως μετά, ένα άλλο βιβλίο, το ‘’Αλφαβητάρι της πίστης’’ του Χ. Γιανναρά (όχι τόσο κλασσικής απολογητικής), ήρθε με τη λογικότητά του να με σφραγίσει ως ‘’πιστό’’. Έγινα λοιπόν πιστός με τη χρήση της λογικής.
Βέβαια, η ορθολογιστική απολογητική μου είπε «Θα σου αποδείξω ότι ο Θεός υπάρχει», αλλά δε μου είπε «Ακόμη κι αν στο αποδείξω, δεν σημαίνει ότι Τον γνώρισες» (Είναι όπως, μπορεί κάποιος να αναλύσει τέλεια την έννοια της αγάπης, χωρίς να έχει αγαπήσει ποτέ). Εάν όμως δεν Τον γνώρισα, σε τι διαφέρω από έναν άθεο ορθολογιστή; Πιστός αυτός, πιστός κι εγώ. Ο καθένας μας, πιστός στη δική του ορθολογιστική πεποίθηση. Πιστός στην δική του ιδεολογία.
Κι αυτό, διότι όταν η πίστη δικαιώνεται από επιχειρήματα, αποδείξεις και νοητικά σχήματα, συνήθως γίνεται ιδεολογία (γι αυτό ίσως λέμε χριστιαν-ισμός, όπως πχ σοσιαλ-ισμός). Δηλαδή, γίνεται σύστημα, θεωρία, θέση, ιδεολογική βεβαιότητα και συναισθηματισμός.
Άρα και οι δύο (πιστοί και ορθολογιστές) μπορούν να παγιδευτούν στο ίδιο σφάλμα. Να απολυτοποιήσουν μία πεποίθηση προσέγγισης της αλήθειας (τη λογικότητα και τον ορθολογισμό) και να το ταυτίσουν με την ίδια την Αλήθεια.
Στο δια ταύτα, οι άνθρωποι της πίστης και οι άνθρωποι του ορθολογισμού, εμφανίζονται συχνά ως αντίπαλοι, όμως πολλές φορές μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουν. Συναντώνται στην ίδια ανθρώπινη αδυναμία. Να βαφτίζουν απόλυτη αλήθεια, αυτό που είναι απλώς η δική τους πεποίθηση περί της αλήθειας. Η δική τους πίστη. Και έτσι νοηματοδοτούν τη ζωή τους, ώστε να γίνει υποφερτή.
Και αναγκαστικά πάμε πάλι στο ίδιο με χτες ερώτημα.
Πότε η Αλήθεια δεν είναι πεποίθηση; Πότε η Αλήθεια δεν είναι κάτι που κατασκευάζει ο νους, που αποδεικνύεται τόσο επιρρεπής σε ορθολογιστικές ή μη, πεποιθήσεις;
Και η πιο λογική απάντηση που μπορούμε να δώσουμε, εάν θέλουμε να είμαστε όσο το δυνατό πιο αντικειμενικοί, είναι πως, η Αλήθεια δεν μπορεί να είναι κάτι που επινοείται. Η Αλήθεια πρέπει να είναι κάτι που αποκαλύπτεται.
‘’Αποκαλυπτική εκδοχή της Αλήθειας’’ - μέρος 3ο και ξεκινάμε με την εύκολα αποδεικνυόμενη παραδοχή, πως οι άνθρωποι σπάνια σχηματίζουμε απόψεις εξετάζοντας το σύνολο των αντικειμενικών δεδομένων. Την παραδοχή, πως, σχεδόν πάντα οι απόψεις μας, σχετίζονται με την εμπειρία και την προαίρεσή μας.
Πάντα η ‘’γνώση’’, περνά μέσα από αυτά τα δυο φίλτρα.
Η εμπειρία έχει μια απίστευτη δύναμη που αντιστέκεται στη γνώση και ένα γεγονός που κάποιος έζησε προσωπικά δεν χρειάζεται άλλη απόδειξη για εκείνον. Είναι αυτονόητη (και συχνά, γενικεύεται ως αλήθεια=πραγματικότητα).
Η προαίρεση (ως ένα μυστήριο πάλης μεταξύ ιδιοτέλειας-ανιδιοτέλειας), έχει ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση στη γνώση. Η προαίρεση μου (επιλογή μου), είναι κι αυτή μια ‘’αλήθεια’’ με μεγάλο βάρος, αφού είναι ‘’η αλήθεια μου’’.
Έτσι, οι απόψεις δεν σχετίζονται με την ποιότητα και ποσότητα γνώσης, όπως όλοι οι ‘’ορθολογιστές’’ ισχυρίζονται, αλλά κατασκευές εμπειρίας (συναισθήματος) και προαίρεσης (επιλογής).
Έτσι εξηγείται το γεγονός όπου πολλοί άνθρωποι με πρόσβαση στις ίδιες πληροφορίες, καταλήγουν σε εντελώς διαφορετικές απόψεις. Συνήθως αυτό που θεωρούμε «αλήθεια» είναι απλώς η επιβεβαίωση των ήδη υπαρχουσών μας πεποιθήσεων.
Απαιτείται απίστευτη συνειδητή προσπάθεια για να αναγνωρίσουμε ότι όσο κι αν προσπαθήσουμε, πάντα θα έχουμε έλλειμα αλήθειας και να δεχθούμε την αποκαλυπτική εκδοχή της, αντί της πιστεο-ορθολογικής.
ΝΑΛ
Σχόλιο:
Επεξηγήσεις ασυμβατότητας νοήματος και ορθολογισμού:
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σύγχρονοι «ορθολογιστές» (=άθεοι), όπως ο Ντόκινς, που απεχθάνονται κάθε ερώτημα περί νοήματος, υποστηρίζοντας πως ‘’οι ερωτήσεις περί νοήματος είναι «false questions – λανθάνουσες ερωτήσεις»’’. Είναι ένας εύηχος, πλην αυθαίρετος όρος, να καλύψουν την προφανή αντίφαση «το νόημα δεν έχει νόημα».
Ωστόσο, η επιστήμη τους διαψεύδει. Διότι η επιστήμη και η λογική, απαντούν στο «πώς» και αυτό που συχνά παραβλέπεται, είναι ότι κάθε «πώς» προϋποθέτει ένα «γιατί». Έναν λόγο για τον οποίο τίθεται η ερώτηση εξαρχής.
Παρότι θεωρούν εαυτούς ευφυείς (και συχνά είναι), παραβλέπουν το γεγονός ότι οι ερωτήσεις περί νοήματος είναι θεμελιώδεις. Είναι εκείνες που καθιστούν δυνατές όλες τις υπόλοιπες (Ποιος; Ποιο; Πότε; Που; Πως; Πρέπει; Πόσο;). Η απόρριψή τους δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι ήδη μια (ασυνείδητη) φιλοσοφική επιλογή, όχι μια καθαρά τεχνοκρατική θέση. Είναι απόρριψη όλων των ερωτήσεων συλλήβδην. Οπότε και της λογικής. Οπότε και του ‘’ορθολογισμού’’.
Σχόλιο:
Εάν κάποιος υποστηρίξει πως δεν υπάρχει αίτιο προτίμησης της μιας ή της άλλης πεποίθησης, τότε, στην ουσία υποστηρίζει πως οι πεποιθήσεις είναι εγγεγραμμένες στο γονιδίωμά μας. Όπως τα ένστικτα των ζώων. Ένας άλογος, πραγματικά ορθολογιστικός βίος, είναι ένας βίος που θεμελιώνεται σε ένστικτα κι όχι σε πεποιθήσεις. Λίγοι άνθρωποι καταφέρνουν να ζήσουν τόσο ορθολογιστικά, όπως τα ζώα.
Σχόλιο Το γεγονός ότι τα παιδιά σε όλο τον κόσμο, γύρω στην ηλικία των 2-3 ετών, αρχίζουν αυθόρμητα να ρωτούν «γιατί;» χωρίς να τους το έχει διδάξει κανείς, δείχνει ότι η αναζήτηση νοήματος και σκοπού δεν είναι ένα τεχνητό «παιχνίδι λέξεων», αλλά μια εγγενής, δομική λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού. Αυτό αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια «λευκή κόλλα» (tabula rasa) που μαθαίνει να ψάχνει το νόημα επειδή τον επηρέασε η θρησκεία ή η κοινωνία. Η αναζήτηση σκοπού είναι το προεπιλεγμένο λογισμικό (default setting) του εγκεφάλου μας.
Ακόμα κι αν η αναζήτηση σκοπού ξεκίνησε ως εξελικτικός μηχανισμός επιβίωσης, αυτό δεν την κάνει «ψεύτικη» ή ασήμαντη. Το γεγονός ότι είναι έμφυτη, δείχνει ότι το νόημα είναι υπαρξιακή ανάγκη, ακριβώς όπως η πείνα ή η δίψα.
Η αυθόρμητη παιδική περιέργεια αποδεικνύει ότι είμαστε προγραμματισμένοι να αναζητούμε το νόημα. Το αν το σύμπαν έχει τελικά νόημα είναι άλλο θέμα, αλλά η ερώτηση είναι απόλυτα θεμελιώδης και νόμιμη.
Σχόλιο
Παραδείγματα πίστης, κατόπιν ανάλυσης, συμπερασμάτων, ερμηνείας, αιτιολογίας και αποδείξεων είναι η αναζήτηση χειροπιαστών και αδιαμφισβήτητων κι επαναλαμβανόμενων ‘’θαυμάτων’’ (Αγιασμός, Μετάληψη, Άγιο Φως), όπως και η προσπάθεια εύρεσης απόλυτων απαντήσεων για κάθε ερώτημα (Γιατί ο πόνος στη φύση; Γιατί η αδικία; ) που πολλές φορές έχουν ως απαντήσεις, αστειότητες και φαιδρές διδασκαλίες.
Σχόλιο
Παράδειγμα της λειτουργίας της πίστης ως πεποίθησης, ιδεολογήματος, συναισθηματισμού, είναι το παρακάτω.
Είχε ρωτήσει κάποτε ο Γιανναράς τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο στην εκπομπή ‘’Αρχονταρίκι’’ της ΕΤ1, ‘’Εκείνο που φοβάμαι πολύ, τώρα ναι, που ασπρίσαν και τα μαλλιά μου, εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ απ' όλα μέσα στη ζωή της εκκλησίας, όπως λέμε, είναι η σύγχυση ανάμεσα στο ψυχολογικό και στο πραγματικό. Σε τι ποσοστό, όταν έχω μια ευφορία αισθημάτων, όταν έχω μια ψυχολογική ευεξία, σε τι ποσοστό αυτά αντιπροσωπεύουν πραγματικότητα, και για να το εικονογραφήσω, είναι οδυνηρό, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν μια ολόκληρη ζωή απολύτως μέσα σε αυτή την ψυχολογική θρησκευτική ευεξία, και μόλις εμφανιστεί η απειλή του θανάτου, τότε καταρρέουν όλα, που δείχνει ότι ό,τι οικοδόμησα ως τώρα δεν ήτανε σχέση, δεν ήτανε η βεβαιότητα ότι με περιμένουν, ότι υπάρχει μια αγάπη η οποία με αγκαλιάζει και πέρα από τον τάφο, αλλά ήταν μια ατομοκεντρική ψυχολογική επάρκεια. Αυτό πώς το βλέπετε σαν πρόβλημα;’’