Φταίει ο λαός, ή φταίει ο ηγέτης;
Αν και έγραψα τις παρακάτω σκέψεις ως μόνιμη απάντηση σε συζητήσεις περί ευθύνης των πολιτών σε σχέση με την ευθύνη της εξουσίας, αποκτά και κάποια επικαιρότητα, λόγω της επέμβασης του Τράμπ, στη Βενεζουέλα.
Και μόνο ότι λέμε ‘’επέμβαση Τράμπ’’ και όχι ‘’επέμβαση Αμερικής’’, θα αρκούσε για να αποδείξουμε ότι ο ηγέτης είναι αυτός που πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά και τις αποτυχίες και όχι ο λαός.
Και μόνο που αρκεί η αλλαγή ηγεσίας για να αλλάξει ρότα μια χώρα θα αρκούσε επίσης για να αποδείξουμε την ευθύνη της εξουσίας σε σχέση με τις ευθύνες των πολιτών.
Αλλά, ας το δούμε πιο αναλυτικά.
Ποιος έχει την ευθύνη τελικά; Ο λαός, ή η ηγεσία;
Ένας πολύ συχνός λόγος έντονης διαφωνίας σε περιόδους κρίσης, είναι το ερώτημα ‘’Φταίει ο λαός (που είναι αμόρφωτος, ανεύθυνος, ωχαδερφιστής), ή φταίει η ηγεσία;’’
Όμως, το ερώτημα είναι παραπλανητικό. Όχι επειδή ο λαός είναι αθώος, αλλά επειδή ο λαός έχει μεν ευθύνη, αλλά έχει την ευθύνη που του αναλογεί.
Ο λαός φέρει ευθύνη επειδή επιλέγει, ανέχεται, συμβιβάζεται, συσχηματίζεται, επαναλαμβάνει, αδιαφορεί. Όμως αυτή η ευθύνη του είναι δευτερογενής. Δεν προηγείται, αλλά ακολουθεί. Προηγείται η ευθύνη εκείνου που έχει την πρωτοβουλία, την εξουσία και τη δυνατότητα να ορίζει κανόνες και όρια.
Θα φέρω δύο απλά παραδείγματα.
Το ένα είναι το γονεϊκό παράδειγμα όπου ένα παιδί δεν μαθαίνει από όσα του λένε, αλλά από όσα βλέπει και αργότερα τα επαναλαμβάνει. Η ευθύνη του υπάρχει, αλλά η ευθύνη του γονιού προηγείται, γιατί εκείνος όρισε το πλαίσιο.
Το άλλο είναι το παράδειγμα του μαέστρου και της ορχήστρας, η οποία, παρότι αποτελείται από επαγγελματίες μουσικούς, το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον μαέστρο.
Φυσικά, η κοινωνία δεν είναι παιδί και το παιδί δεν εκλεγεί τους γονείς του. Επίσης ο Μαέστρος δεν εκλέγεται από τους μουσικούς. Όμως και στα δύο παραδείγματα, ισχύει η ίδια αρχή. Όποιος προηγείται και κατέχει εξουσία, φέρει βαρύτερη ευθύνη, γιατί διαμορφώνει το πλαίσιο, του «φυσιολογικού».
Στην πολιτική φιλοσοφία, η ευθύνη συνδέεται με την πρωτοβουλία. Όποιος επηρεάζει πολλούς και θέτει κανόνες, φέρει μεγαλύτερο ηθικό βάρος.
Οπότε, η ελλαδική κρίση, δεν οφείλεται σε «ιδιαιτερότητα του κακού ελληνικού λαού», αλλά σε ανθρωπολογικό μηχανισμό. Οι κοινωνίες παρατηρούν την κορυφή για να καταλάβουν τι επιβραβεύεται, ή συγχωρείται.
Γι’ αυτό η ρήση «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» δεν είναι λαϊκισμός. Είναι μια απλή διαπίστωση.
Στην Ελλάδα (όπου το τελευταίο πράγμα που λείπει είναι οι νόμοι), η φοροδιαφυγή καταδικάζεται στα λόγια, αλλά νομιμοποιείται στην πράξη, όταν οι ισχυροί διαφεύγουν. Η αξιοκρατία διακηρύσσεται, αλλά οι διορισμοί (ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα), γίνονται κομματικά. Η δικαιοσύνη υμνείται ως ανεξάρτητη, αλλά διορίζεται.
Έτσι παγιώνεται το πλαίσιο της κανονικότητας του «έτσι γίνεται και τίποτα δεν αλλάζει». Και όταν το «έτσι γίνεται», γίνει κανόνας, ο πολίτης που παρανομεί δεν αισθάνεται ανήθικος. Αισθάνεται ρεαλιστής.
Το «μαζί τα φάγαμε» σημαίνει στην πράξη ότι ‘’ή φταίμε όλοι, ή κανείς’’. Όμως ο πολίτης δεν ήταν ο οικοδεσπότης στο φαγοπότι. Ήταν ο καλεσμένος. ‘Έφαγε ότι του σερβιρίστικε, όχι όσο υπήρχε και το ουσιαστικότερο, δεν ήταν ο οργανωτής της κλοπής, αλλά ο νομιμοποιητής. Προσκλήθηκε για ξεκάρφωμα. Για να διαχέεται η ευθύνη προς τα κάτω, και έτσι να εξαφανίζεται και κανείς να μη φταίει συγκεκριμένα.
Έτσι, η αποτυχία βαφτίζεται «συστημικό πρόβλημα» και η αδικία και η παρανομία βαφτίζονται «ρεαλισμός». Ο πολίτης μαθαίνει να επιβιώνει απαιτώντας παρεκκλίσεις από τη νομιμότητα (‘’διόρισέ με για να σε ψηφίσω’’). Να προσαρμόζεται, όχι να αντιστέκεται. Να οδηγείται στην παθητικότητα (‘’δεν αλλάζει τίποτα’’, ‘’βρες παρηγοριά στην Εκκλησία’’, προτρέπει ανώτατη δικαστικός) και να κατηγορείται κι από πάνω, για την παθητικότητά του αυτή.
Όποιος έχει ζήσει σε χώρες του εξωτερικού, ή όποιος έχει συνεργαστεί, ή συναναστραφεί με πολίτες άλλων κρατών, εύκολα διαπιστώνει, ότι οι άνθρωποι, έχουν ως άτομα, τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά. Προσωπικά, έχοντας ζήσει και εργαστεί πολλά χρόνια σε διεθνές περιβάλλον, δεν μπορώ να ξεχωρίσω μέσα από χαρακτηριστικά ευσυνειδησίας, ωριμότητας, εργατικότητας, υπευθυνότητας, καμιά εθνικότητα. Καμιά εθνικότητα δεν έχει εγγενή, κάποια χαρακτηριστικά. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, έχουν τα χαρακτηριστικά του δομημένου πλαισίου μέσα στο οποίο καλούνται να υπάρξουν (να ζήσουν και να εργαστούν). Εάν αλλάξεις το πλαίσιο, αλλάζουν και τα χαρακτηριστικά αυτά.
Κλασσικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα που διαπρέπει στο εξωτερικό. Δεν άλλαξε στο θέμα της ‘’μόρφωσης, υπευθυνότητας, ωχαδερφισμού, παθητικότητας’’. Δεν έγινε άλλος άνθρωπος. Δεν έγινε Δυτικός. Δεν έγινε πιο μορφωμένος, πιο ευσυνείδητος, πιο τίμιος. Άλλαξε απλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να είναι πολίτης, ή εργαζόμενος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Γερμανό που θα ζήσει και θα εργαστεί στην Ελλάδα. Σε μικρό σχετικά διάστημα συνήθως ‘’εξελληνίζεται’’, όσο αφορά στη σχέση του με το κράτος, αλλά και την κοινωνία.
Ας δούμε το επιχείρημα «Ο λαός εκλέγει, άρα φταίει», πρακτικά, με το ποιο πρόσφατο παράδειγμα.
Σε μια χώρα 10 εκατομμυρίων, ο νικητής ψηφίζεται από το 24% του συνολικού πληθυσμού (41% του εκλογικού σώματος) και αποκτά την εξουσία (βλ. τελευταίες εκλογές). Κατά τη διάρκεια της θητείας του, το ποσοστό του πληθυσμού που τον υποστηρίζει, πέφτει στο 18 % (25% του εκλογικού σώματος)
Ποιος λαός φταίει εδώ; Το 24%, το 18%, ή το υπόλοιπο 82% του ελλαδικού πληθυσμού;
Το επιχείρημα «έτσι είναι η δημοκρατία» δεν είναι απάντηση. Το ερώτημα είναι ‘’γιατί να είναι έτσι η δημοκρατία;’’ Ποιος την έκανε έτσι; Ποιος μπορεί να την αλλάξει αυτή τη δημοκρατία; Ένα άλλο κόμμα;
Αυτό όμως (ένα άλλο κόμμα), δεν είναι δυνατό να συμβεί, διότι αυτό που παρατηρείται στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες με κυρίαρχα δύο, τρία, ή περισσότερα κόμματα, είναι ένα φαινόμενο που στην πολιτική επιστήμη λέγεται «συγκλίνουσα πολιτική», ή «πολιτική ομοιομορφία». Δηλαδή, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα εκλέγεται, οι βασικές πολιτικές πρακτικές και επιλογές (φορολογία, δημόσιες δαπάνες, θεσμικές ρυθμίσεις, διεθνείς συμμαχίες, εξωτερική πολιτική, διεθνής σχέσεις, πελατειακό κράτος), παρουσιάζουν μικρές διαφορές. Ακόμα και ένα εμφανιζόμενο ως ‘’αντισυστημικό’’ κόμμα, εφόσον θα συμμετέχει στην ίδια διαδικασία και υπό το ίδιο πολιτικό πλαίσιο, είναι καταδικασμένο σε συστημισμό. Προσωπικά θεωρώ ότι η ελλαδική πολιτική σκηνή είναι στην κυριολεξία, ένα συνδικάτο κομμάτων, που δρουν με όρους εγκληματικών οργανώσεων (βλ. σχόλιο), ασχέτως εάν αυτό γίνεται συνειδητά, ή ανεπίγνωστα. Λέω ανεπίγνωστα, διότι νομίζω πως ακόμα και τους μεγαλύτερους αρχιμαφιόζους κι αν ρωτήσεις, θα σου πουν ειλικρινά, ότι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους εγκληματίες. Περισσότερο θα εστιάσουν στον ‘’ρεαλισμό’’ των πραγμάτων, τη σχετικότητα στον ορισμό της εγκληματικής πράξης, στη σχετικότητα του δικαίου. Όπως ακριβώς και οι πολιτικοί.
Οπότε, εφόσον η επιλογή διαφορετικού κόμματος, αλλάζει πρόσωπα και όχι πλαίσιο, τα όρια και οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν ήδη διαμορφωθεί από την ίδια τη δομή εξουσίας που έχει θεσμιστεί από τους εκλεγμένους (όχι από τους ψηφοφόρους). Η ηγεσία διαμορφώνει πλαίσιο και πρότυπα, και η κοινωνία μαθαίνει να λειτουργεί μέσα σε αυτό.
Πάντως, είναι γελοιότητα να προσπαθούμε με χίλια δυο επιχειρήματα να αποδείξουμε κάτι για το οποίο θα αρκούσε να πούμε ότι, αν δεχθούμε ότι «φταίει ο λαός επειδή ψήφισε», τότε κανείς που κυβερνά δεν φταίει ποτέ.
Εκλόγιμη μοναρχία
Εάν μέχρι τώρα θεωρείτε ότι τα επιχειρήματα που αφορούν στην ευθύνη της ηγεσίας, δεν ήταν ουσιώδη, το σημαντικότερο το άφησα για το τέλος.
Λοιπόν, στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει στο πολιτικό μας σύστημα, είναι ότι μια πολύ μικρή μειοψηφία, εκλέγει ανά τέσσερα χρόνια έναν απόλυτο μονάρχη. Η διαδικασία νομιμοποιείται από ένα νομοθετικό πλαίσιο, κομμένο και ραμμένο από τους ηγέτες (ερήμην των πολιτών) και χαρακτηρίζεται ‘’δημοκρατική’’.
Όπως έχει περιγράψει ο καθ. Γ. Κοντογιώργης, το ελληνικό πολίτευμα λειτουργεί ως εκλόγιμη μοναρχία. Ο λαός δεν κυβερνά. Νομιμοποιεί περιοδικά έναν ηγεμόνα. Ο όρος ακούγεται προκλητικός, όμως περιγράφει με ακρίβεια τη θεσμική πραγματικότητα.
Ο πρωθυπουργός, παρότι εκλέγεται έμμεσα, συγκεντρώνει στα χέρια του σχεδόν ολόκληρη την εκτελεστική και νομοθετική ισχύ. Ελέγχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία μέσω κομματικής πειθαρχίας, ορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης, ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό, καθορίζει την πολιτική ατζέντα και το πλαίσιο του δημόσιου λόγου, κυβερνά χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς ανάκλησης, ή λογοδοσίας κατά τη θητεία του.
Μετά την ψήφο, ο πολίτης αποσύρεται θεσμικά. Δεν συνδιαμορφώνει, δεν ελέγχει σε πραγματικό χρόνο. Αν κυβερνιόμαστε έτσι, τότε η ευθύνη βαραίνει ακεραία εκείνον που ασκεί την εξουσία, όχι εκείνον που την επικύρωσε τυπικά. O λαός λοιπόν δεν κυβερνά. Ο λαός νομιμοποιεί κάποιον για να κυβερνήσει και αυτή η νομιμοποίηση δεν ισοδυναμεί με συν-ευθύνη για κάθε πράξη της εξουσίας. Σημαίνει ότι αν ο νόμιμος μονάρχης πάει τη χώρα στο γκρεμό, θα φέρει όλη την ευθύνη γι αυτό και αν ο νόμιμος μονάρχης οδηγήσει τη χώρα στην πρόοδο, θα φέρει πάλι, όλη την ευθύνη γι αυτό. Δεν είναι δυνατό, όταν η χώρα καταποντίζεται να φταίνε οι πολίτες και όταν η χώρα μεσουρανεί να φταίει ο πρωθυπουργός!
Για να μην γίνει κάποια παρανόηση, προσωπικά δεν είμαι αντίθετος στις μοναρχίες. Άλλωστε κανείς δεν είναι αντίθετος. Όποιος το ισχυρίζεται, απλά λέει ψέματα στον εαυτό του. Γι αυτό και όλων το αίτημα είναι ‘’ένας ηγέτης’’. Αναγνωρίζουν όλοι ότι η μοναρχία είναι το μοναδικό ρεαλιστικό και βιώσιμο πολίτευμα. Ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπήρξε πολίτευμα Δημοκρατία. Το πιο κοντινό (κι αυτό ακόμα συμβατικά), ήταν αυτό της αρχαίας Αθήνας. Τα σύγχρονα κράτη που ονομάζουμε δημοκρατίες είναι στην πραγματικότητα, αντιπροσωπευτικές ολιγαρχίες με εκλογική νομιμοποίηση.
Υπήρξαν βέβαια χρονικές περίοδοι, ή τόποι με έντονα δημοκρατικά στοιχεία (πειραματισμοί όπως τα καντόνια της Ελβετίας, ή οι κομμούνες, ή τα κιμπούτς), όμως, ήταν περιορισμένες, εύθραυστες και προσωρινές. Αφορούσαν πολύ μικρούς πληθυσμούς, που βασίζονται σε ισχυρό κοινό ήθος και λειτουργεί επειδή όλοι γνωρίζουν όλους.
Η πραγματική δημοκρατία υπάρχει στο φαντασιακό και ιδεατό επίπεδο. Απαιτεί, συνεχή συμμετοχή (όχι ανά 4 χρόνια), παιδεία πολιτών, περιορισμό της εξουσίας, ανάληψη ευθύνης από πολλούς, όχι ανάθεση σε λίγους. Όλα αυτά συγκρούονται ευθέως με την ανθρώπινη φύση, που χαρακτηρίζεται από:
- Την τάση για ισχύ και εξουσία.
- Την τάση για ανάθεση, εφόσον ψυχολογικά, ο άνθρωπος αποφεύγει το κόστος της ευθύνης, προτιμά να την αναθέτει σε άλλους.
- Την τάση οι άνθρωποι ευθυγραμμίζονται με την πλειοψηφία και να υπακούουν στην εξουσία ακόμη και ενάντια στη συνείδησή τους.
- Την άνιση πρόσβαση στην πληροφόρηση και την άνιση μόρφωση και άνισο διαθέσιμο χρόνο.
- Τις πολυπληθείς κοινωνίες που αποξενώνουν και διαχέουν την ευθύνη.
Η δημοκρατία προϋποθέτει άνθρωπο που, θέλει να συμμετέχει, αντέχει την ευθύνη, δεν θέλει να κυριαρχεί, δεν θέλει να υπακούει. Όμως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ο κανόνας. Είναι ασκητικό ιδεώδες, όχι μέσος όρος.
Συνεπώς η Δημοκρατία, δεν είναι πραγματικό πολίτευμα. Εμφανίζεται ως ιδέα, λειτουργεί ως σύνθημα και συνήθως επιβιώνει ως μύθος νομιμοποίησης συγκέντρωσης πλούτου και ισχύος.
Η μοναρχία λοιπόν, είναι το μοναδικό υπαρκτό πολίτευμα και είναι πολύ σημαντικό να το γνωρίζουμε αυτό, και να τόχουμε καλά στο νου μας, διότι στη μοναρχία την ευθύνη την έχει ο μονάρχης. Και στη μοναρχία ο μονάρχης το γνωρίζει αυτό και την αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη. Πολλές φορές με κόστος το θάνατο.
Είναι εντελώς ανήθικο να θέλω να είμαι ‘’καμουφλαρισμένος μονάρχης’’ (σύγχρονες δημοκρατίες). Δηλαδή, οι αποφάσεις δικές μου, η ευθύνη της επιτυχίας σε μένα και της αποτυχίας στο λαό.
Παρότι όμως χρειάστηκαν 5 σελίδες για να διατυπωθούν επιχειρήματα που θέτουν την ευθύνη στην ηγεσία, εύκολα θα τα έσβηνα, χωρίς δεύτερη σκέψη, διότι όλα, προσπαθούν να αναλύσουν το θέμα της πολιτικο-κοινωνικής ευθύνης, που αφορά σε έναν κόσμο χωρίς Θεό. Έκανα δηλαδή μία άθεη ανάλυση.
Το θέμα της ευθύνης ξεκαθαρίζει απόλυτα, όταν το δούμε μέσα από τη χριστιανική του διάσταση.
Ο Χριστός δεν μεταθέτει την ευθύνη στους «πολλούς». Την τοποθετεί πρώτα σε εκείνον που προηγείται. «ο θέλων πρώτος είναι, έστω πάντων διάκονος».
Η ηγεσία, στο ευαγγελικό ήθος, δεν είναι εξουσία επιβολής. Ο ηγέτης προηγείται όχι μόνο στη δύναμη, αλλά και στο κόστος. Η δύναμη δεν του δίνεται ως προνόμιο, αλλά προκειμένου εξυπηρετεί τη διακονία. Γι αυτό η κατάχρησή της κρίνεται αυστηρά.
Ο Χριστός δεν διατάσσει. Σταυρώνεται και δεν αφήνει περιθώριο διαστρέβλωσης, του κόστους που συνοδεύει την ευθύνης.
Στην ορθόδοξη ανθρωπολογία και τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας, το ερώτημα «ποιος φταίει;» δεν καταργείται, αλλά σχετικοποιείται. Η ιστορία δεν είναι γραμμική εξίσωση, όπου κάθε γεγονός είναι το άθροισμα ανθρώπινων επιλογών. Στην ιστορία συναντιούνται η ανθρώπινη ελευθερία με τη Θεία Οικονομία.
Ο Θεός δεν παρεμβαίνει για να διορθώσει κάθε άδικη απόφαση, ούτε για να αποτρέψει κάθε κακή ηγεσία. Αν το έκανε, η ελευθερία θα καταργούνταν και ο κόσμος θα ήταν το κουκλοθέατρο του Θεού. Αντίθετα, επιτρέπει (όχι επειδή εγκρίνει), αλλά επειδή εργάζεται σωτηριολογικά μέσα ακόμη και από την αποτυχία, την πλάνη και την κατάρρευση. Βοηθά τον άνθρωπο να γίνει θεός κι αυτός εάν θέλει. Δεν τον διατηρεί αιωνίως μαριονέτα.
Στην Αγία Γραφή, κακοί βασιλείς, άδικοι άρχοντες και διεφθαρμένες εξουσίες δεν παρουσιάζονται ως «ατυχήματα» της ιστορίας, αλλά ως μέσα παιδαγωγίας, κρίσης και αποκάλυψης. Ο Φαραώ, ο Ηρώδης, ακόμη και ο Πιλάτος, δεν ακυρώνονται από τον Θεό. Χρησιμοποιούνται χωρίς να δικαιώνονται. ‘’Οργώνει ο διάβολος, αλλά δεν γνωρίζει ότι πίσω του σπέρνει ο Θεός’’, έλεγε ο Άγιος Παΐσιος. Χρησιμοποιεί τα συστήματα ("τα τω καίσαρα τω καισάρι"), αλλά δεν σώζει κοινωνίες μέσω συστημάτων (καίσαρα), αλλά ανθρώπους μέσω ελευθερίας επιλογής (‘’και τα του Θεού τω Θεώ’’).
Ακόμη και η πιο ειλικρινής, πιο υπεύθυνη, πιο «έντιμη» μοναρχία (εάν υπήρχε), παραμένει ανίκανη να θεραπεύσει το πρόβλημα του ανθρώπου. Μπορεί να περιορίσει το κακό, να οργανώσει την ευθύνη, να συγκρατήσει την αυθαιρεσία, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο. Κι αυτό δεν είναι μοιρολατρία. Η μοιρολατρία λέει, «δεν έχει νόημα να κάνεις τίποτα». Η Ορθοδοξία λέει «κάνε ό,τι μπορείς, αλλά μη θεοποιήσεις αυτό που κάνεις». Αυτό δεν οδηγεί σε αδράνεια, αλλά, σε απομυθοποίηση της ισχύος, σε άρνηση της πολιτικής ειδωλολατρίας. Σε ανάληψη προσωπικής θυσίας και όχι θυσίας των άλλων.
Η μοιρολατρία παραιτείται. Η εξουσία σταυρώνει. Η Ορθοδοξία ελευθερώνει.
NAΛ
[1] Ο όρος «όροι εγκληματικών οργανώσεων» δεν αναφέρεται κατ’ ανάγκην σε ποινικούς όρους του Ποινικού Κώδικα, αλλά σε δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά που η εγκληματολογία, η κοινωνιολογία και η πολιτική επιστήμη αναγνωρίζουν σε οργανωμένες μορφές εξουσίας που δρουν εκτός ή στα όρια της νομιμότητας. Συνοπτικά, οι βασικοί όροι/χαρακτηριστικά είναι οι εξής:
1. Ιεραρχία και συγκέντρωση ισχύος
Υπάρχει σαφής πυραμίδα εξουσίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται στην κορυφή και εκτελούνται προς τα κάτω χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Η υπακοή ανταμείβεται, η αμφισβήτηση τιμωρείται.
2. Κώδικας σιωπής (ομερτά)
Τα εσωτερικά δεν βγαίνουν προς τα έξω. Όποιος μιλήσει, απομονώνεται, διασύρεται, ή εξοντώνεται επαγγελματικά/κοινωνικά.
Η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται, απλώς διαχειρίζεται. Η διαφορά με τη μαφία είναι ότι εκεί, η αποκάλυψη εσωτερικών υποθέσεων τιμωρείται με φυσική εξόντωση. Δεν υπάρχει «καταγγελία», υπάρχει προδοσία. Εκεί όπου σπάει η ομερτά, η οργάνωση καταρρέει.
3. Πελατειακές σχέσεις – ανταλλαγή χάρων
Η πίστη δεν βασίζεται σε αρχές, αλλά σε ανταλλάγματα: διορισμοί, άδειες, συμβάσεις, προστασία
Δεν υπάρχει δικαίωμα. Υπάρχει «εξυπηρέτηση».
4. Επιλεκτική εφαρμογή του νόμου
Ο νόμος δεν καταργείται – εργαλιοποιείται. Ισχύει για τους αδύναμους, αναστέλλεται για τους ισχυρούς. Η ατιμωρησία είναι βασικός μηχανισμός συνοχής.
5. Συλλογική διάχυση ευθύνης
«Όλοι φταίμε», «έτσι είναι το σύστημα», «δεν ξέραμε». Κανείς δεν αναλαμβάνει προσωπικό κόστος. Η ευθύνη εξαφανίζεται επειδή μοιράζεται.
6. Νομιμοποίηση μέσω τύπου και όχι ουσίας
Η οργάνωση εμφανίζεται ως, νόμιμη, θεσμική, αναγκαία. Η μορφή (εκλογές, τίτλοι, διαδικασίες) καλύπτει την ουσία της αυθαιρεσίας.
7. Κανονικοποίηση της παρανομίας
Το παράνομο παρουσιάζεται ως, «ρεαλιστικό», «αναγκαίο κακό», «έτσι δουλεύει ο κόσμος». Η ηθική μετατρέπεται σε αφέλεια.
8. Αυτοπροστασία του συστήματος
Όταν απειλείται, αλλάζουν οι κανόνες, τροποποιείται ο νόμος, ελέγχεται η πληροφόρηση, προτεραιότητα δεν είναι το κοινό καλό, αλλά η επιβίωση της δομής.
9. Αποσύνδεση ισχύος και ευθύνης
Όσο μεγαλύτερη η εξουσία, τόσο μικρότερη η ευθύνη. Η επιτυχία προσωποποιείται. Η αποτυχία κοινωνικοποιείται.
10. Ηθική αναστροφή
Ο έντιμος θεωρείται, γραφικός, επικίνδυνος, «δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί το σύστημα». Η προσαρμογή βαφτίζεται ωριμότητα.
Συμπέρασμα (κομβικό)
Οι εγκληματικές οργανώσεις δεν ξεχωρίζουν επειδή παρανομούν, αλλά επειδή μετατρέπουν την παρανομία σε κανονικότητα
και τη νομιμότητα σε εργαλείο. Γι’ αυτό και μπορούν να λειτουργούν, με κουστούμια αντί για όπλα, με νόμους αντί για απειλές, με συναίνεση αντί για φόβο.