Η Αόρατη Δύναμη των Πολιτισμών και η ελληνική περίπτωση
Πώς οι μεγάλοι πολιτισμοί αφομοιώνουν, μετασχηματίζουν και διαμορφώνουν τον κόσμο
Εισαγωγή
Η δύναμη που δεν φαίνεται
Στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών υπάρχει μια μορφή δύναμης πιο βαθιά από τη στρατιωτική ισχύ και πιο ανθεκτική από την πολιτική κυριαρχία. Η δύναμη να διαμορφώνεις τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούν την πραγματικότητα.
Οι αυτοκρατορίες γεννιούνται συχνά με τη δύναμη των όπλων. Όμως δεν επιβιώνουν μόνο με αυτήν. Η στρατιωτική κατάκτηση μπορεί να επιβάλει μια εξουσία, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει έναν πολιτισμό. Για να διαρκέσει μια πολιτική κυριαρχία, πρέπει να μετατραπεί σε κάτι βαθύτερο. Σε έναν κοινό τρόπο αναφοράς στα πράγματα. Σε μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας, διαφορετικών αντιλήψεων, νοημάτων, αξιών. Ένα κοινό έδαφος, πάνω στο οποίο θα ανθίσουν οι διαφορετικότητες.
Οι μεγάλοι πολιτισμοί στην ιστορία δεν αφομοίωσαν άλλους λαούς απλώς επειδή τους υπέταξαν. Τους αφομοίωσαν επειδή δημιούργησαν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι μπορούσαν να ζήσουν, να μορφωθούν, να διοικηθούν και να σκεφτούν.
Η Ρώμη δημιούργησε τον Ρωμαίο πέρα από την καταγωγή. Το Βυζάντιο δημιούργησε τη ρωμαϊκή-χριστιανική οικουμένη πέρα από τα εθνικά σύνορα. Η Κίνα δημιούργησε έναν πολιτισμικό κόσμο τόσο ισχυρό, ώστε ακόμη και οι κατακτητές της τελικά εντάχθηκαν σε αυτόν. Ο ελληνιστικός κόσμος έκανε την ελληνική γλώσσα και παιδεία κοινό κτήμα μιας τεράστιας περιοχής. Η σύγχρονη Δύση δημιούργησε ένα παγκόσμιο σύστημα επιστημονικών, πολιτικών και θεσμικών αναφορών, μέσα στο οποίο διεξάγεται σήμερα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου διαλόγου.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο ποιος κατακτά ποιον. Το βαθύτερο ερώτημα είναι, ποιος πολιτισμός κατορθώνει να γίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άλλοι πολιτισμοί εκφράζονται.
- Ο πολιτισμός ως πλαίσιο κατανόησης
Όταν μιλάμε για πολιτισμική αφομοίωση, δεν πρέπει να φανταζόμαστε απαραίτητα την εξαφάνιση μιας ταυτότητας και την αντικατάστασή της από μια άλλη. Η ιστορία είναι πιο σύνθετη.
Οι Γαλάτες δεν έπαψαν να έχουν καταγωγή από τη Γαλατία, αλλά έγιναν Ρωμαίοι. Οι Πέρσες δεν έπαψαν να είναι Πέρσες, όταν κατακτήθηκαν από τους Άραβες. Αντίθετα ενσωματώθηκαν στον ισλαμικό κόσμο και συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του κλασσικού ισλαμικού πολιτισμού. Οι Σλάβοι δεν έπαψαν να είναι Σλάβοι, αλλά πολλοί εντάχθηκαν στη βυζαντινή πολιτισμική σφαίρα. Οι μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγκατέλειψαν πάντοτε τις ιδιαίτερες παραδόσεις τους, αλλά εντάχθηκαν σε μια κοινή πολιτική κουλτούρα.
Η αφομοίωση επομένως δεν είναι πάντα καταστροφή του παλιού. Συχνά είναι δημιουργία ενός νέου επιπέδου ταυτότητας.
- Η Ρώμη και η δημιουργία ενός παγκόσμιου ανθρώπου
Από όλα τα ιστορικά παραδείγματα πολιτισμικής αφομοίωσης, η Ρώμη αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό. Η μεγάλη επιτυχία της δεν ήταν απλώς ότι κατέκτησε τεράστιες εκτάσεις. Το σημαντικότερο ήταν ότι δημιούργησε έναν νέο τύπο ανθρώπου. Τον Ρωμαίο πολίτη.
Στην αρχή, ο Ρωμαίος ήταν ο κάτοικος μιας συγκεκριμένης πόλης. Με την επέκταση όμως της αυτοκρατορίας, η έννοια αυτή μετατράπηκε σε μια πολιτισμική και πολιτική ταυτότητα.
Ένας Γαλάτης, ένας Ίβηρας, ένας Σύρος, ένας Εβραίος (βλ Απ. Παύλο), ή ένας Αιγύπτιος μπορούσε να γίνει Ρωμαίος. Δεν χρειαζόταν να αλλάξει καταγωγή. Χρειαζόταν να εισέλθει σε έναν νέο κόσμο θεσμών, δικαίου και πολιτισμού, όπου του προσφερόταν το ρωμαϊκό δίκαιο, η έννοια της πολιτείας, η διοικητική οργάνωση, η αστική ζωή και η λατινική γλώσσα. Η αφομοίωση αυτή δεν ήταν απλή επιβολή. Ήταν μια διαδικασία συμμετοχής.
Η Ρώμη έλεγε ουσιαστικά στους κατακτημένους λαούς. «Μπορείτε να γίνετε μέρος ενός μεγαλύτερου κόσμου, αν υιοθετήσετε τους τρόπους με τους οποίους αυτός ο κόσμος οργανώνεται» και αυτή η δυνατότητα ένταξης ήταν ένας από τους λόγους της μακροβιότητας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
- Η ελληνική παράδοση και ο πολιτισμός που κατέκτησε τον κατακτητή
Η περίπτωση της Ελλάδας παρουσιάζει ένα ακόμη πιο παράδοξο φαινόμενο.
Η Ελλάδα ηττήθηκε πολιτικά από τη Ρώμη. Όμως η πολιτισμική της επιρροή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η ίδια η Ρώμη μεταμορφώθηκε από τον ελληνικό πολιτισμό. Η γνωστή φράση του Οράτιου, «Η κατακτημένη Ελλάδα κατέκτησε τον άγριο νικητή της», περιγράφει ακριβώς αυτό το φαινόμενο, όπου οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν, την ελληνική φιλοσοφία, την ελληνική παιδεία, την ελληνική τέχνη, την ελληνική επιστημονική σκέψη.
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες θεωρούσαν απαραίτητη την ελληνική μόρφωση. Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε η γλώσσα της ανώτερης παιδείας στην Ανατολή για αιώνες κι αυτό δείχνει ότι η πολιτισμική ισχύς δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πολιτική ισχύ.
- Το Βυζάντιο ως σύνθεση Ρώμης, Ελλάδας και Χριστιανισμού
Το Βυζάντιο αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό παράδειγμα, διότι συγκέντρωσε τρεις μεγάλες παραδόσεις. Τη ρωμαϊκή ιδέα του κράτους, την ελληνική παιδεία, τον χριστιανικό οικουμενισμό.
Οι Βυζαντινοί δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους «Έλληνες» με τη νεότερη εθνική έννοια. Θεωρούσαν τον εαυτό τους Ρωμαίους. Όμως η γλώσσα, η παιδεία και η φιλοσοφική τους παράδοση ήταν βαθιά ελληνικές. Η δύναμη του Βυζαντίου ήταν ότι μπορούσε να ενσωματώνει διαφορετικούς λαούς σε έναν κοινό πολιτισμικό κόσμο.
Οι Σλάβοι, οι Αρμένιοι και άλλοι λαοί μπορούσαν να γίνουν μέρος της βυζαντινής οικουμένης χωρίς να εξαφανιστεί απαραίτητα η αρχική τους καταγωγή.
Ο πυρήνας ήταν, η Ορθοδοξία, η ρωμαϊκή πολιτική παράδοση, η ελληνική παιδεία.
Το Βυζάντιο επομένως δεν ήταν απλώς μια αυτοκρατορία. Ήταν ένα πολιτισμικό σύστημα.
- Οι Βίκινγκς ως οι κατακτητές που αφομοιώνονται από τον πολιτισμό που κατακτούν
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των Βίκινγκς. Από τον 8ο έως τον 11ο αιώνα, οι Σκανδιναβοί θαλασσοπόροι και πολεμιστές εξαπλώθηκαν σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Πραγματοποίησαν επιδρομές στις βρετανικές νήσους, εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία, δημιούργησαν νέες κοινωνίες στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία, συμμετείχαν στη διαμόρφωση των πρώτων ρωσικών ηγεμονιών και έφτασαν μέχρι το Βυζάντιο ως Βάραγγοι.
Ωστόσο, η ιστορική τους πορεία δείχνει ότι η στρατιωτική κατάκτηση δεν σημαίνει απαραίτητα πολιτισμική κυριαρχία του κατακτητή. Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν, οι Βίκινγκς σταδιακά υιοθέτησαν τη γλώσσα, τη θρησκεία και τους θεσμούς των πολιτισμών με τους οποίους ήρθαν σε επαφή. Οι Νορμανδοί της Γαλλίας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, εφόσον οι απόγονοι των Βίκινγκς έγιναν χριστιανοί γαλλόφωνοι και εντάχθηκαν στον ευρωπαϊκό φεουδαρχικό κόσμο.
Έτσι, ένας λαός που αρχικά εμφανίστηκε ως εξωτερικός εισβολέας μεταμορφώθηκε ο ίδιος από τον πολιτισμικό κόσμο στον οποίο εισήλθε. Η κατάκτηση των όπλων μετατράπηκε τελικά σε συμμετοχή σε έναν νέο κόσμο νοημάτων.
- Η Κίνα, ως ο πολιτισμός που αφομοιώνει ακόμη και τους κατακτητές του
Η κινεζική περίπτωση είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα πολιτισμού με εξαιρετική αφομοιωτική δύναμη. Η κινεζική αυτοκρατορική παράδοση δεν βασίστηκε μόνο στη στρατιωτική εξουσία. Βασίστηκε σε μια βαθιά αντίληψη πολιτισμικής συνέχειας.
Ο πυρήνας της ήταν, η κινεζική γραφή, η κομφουκιανή ηθική, η γραφειοκρατική διοίκηση, η αντίληψη της αυτοκρατορικής τάξης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι πολλές φορές οι λαοί που κατέκτησαν την Κίνα κατέληξαν να κυβερνούν με κινεζικούς τρόπους.
Οι Μογγόλοι ίδρυσαν τη δυναστεία Γιουάν. Οι Μαντσού ίδρυσαν τη δυναστεία Τσινγκ. Όμως και οι δύο αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν, την κινεζική διοίκηση, τους Κινέζους αξιωματούχους, την κομφουκιανή πολιτική φιλοσοφία. Και έτσι, με τον χρόνο, ο κατακτητής άρχισε να γίνεται μέρος του πολιτισμού που είχε κατακτήσει.
Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη μορφή πολιτισμικής νίκης. Όχι να υποτάξεις τον άλλον, αλλά να κάνεις τον άλλον να λειτουργεί μέσα στο δικό σου πλαίσιο.
- Ο Χάντιγκτον, η δύναμη του πολιτισμικού πυρήνα και η αγγλοπροτεσταντική μήτρα
Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον, στα έργα του ‘’The Clash of Civilizations’’ και ‘’Who Are We?’’, θέτει ένα κρίσιμο ζήτημα. Κάθε κοινωνία στηρίζεται σε έναν πολιτισμικό πυρήνα.
Στο πρώτο βιβλίο εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στους μεγάλους πολιτισμούς του κόσμου. Υποστηρίζει ότι οι πολιτισμοί έχουν βαθιές ταυτότητες και δεν εξαφανίζονται εύκολα. Στο δεύτερο βιβλίο εξετάζει την αμερικανική περίπτωση. Υποστηρίζει ότι η αμερικανική κοινωνία ιστορικά βασίστηκε σε έναν αγγλοπροτεσταντικό πολιτισμικό πυρήνα. Αυτός ο πυρήνας δεν ήταν μόνο θρησκευτικός. Ήταν ένας συνδυασμός, αγγλικής γλώσσας, προτεσταντικής ηθικής της εργασίας, πολιτικού φιλελευθερισμού, συνταγματισμού, κράτους δικαίου, ατομικής ευθύνης, συγκεκριμένης αντίληψης για το άτομο και την κοινωνία.
Ο Χάντιγκτον δεν υποστηρίζει ότι ένας καθολικός, ένας μουσουλμάνος, ή ένας βουδιστής πρέπει να εγκαταλείψει την πίστη του για να γίνει Αμερικανός. Υποστηρίζει ότι για να συμμετέχει πλήρως στην αμερικανική πολιτική κοινότητα πρέπει να λειτουργεί μέσα σε αυτό το θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Άρα η αφομοίωση δεν σήμαινε, «γίνε Άγγλος στην καταγωγή». Σήμαινε, «Συμμετέχεις σε έναν κόσμο θεσμών, γλώσσας και αξιών που έχει ιστορικά δημιουργηθεί από μια συγκεκριμένη παράδοση».
- Η Δύση ως παγκόσμιο πλαίσιο. Από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο στη σύγχρονη παγκοσμιότητα
Η ιστορική πορεία της Δύσης αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο παράδειγμα πολιτισμικής συνέχειας και μετασχηματισμού. Η σύγχρονη Δύση δεν εμφανίστηκε από το μηδέν. Αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς σύνθεσης πολλών παραδόσεων, όπως της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, του ρωμαϊκού δικαίου, του χριστιανισμού, της μεσαιωνικής θεολογίας, της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, της νεότερης επιστήμης και τεχνολογίας.
Με αυτή την έννοια, όταν μιλάμε για «Δύση», δεν μιλάμε απλώς για μια γεωγραφική περιοχή. Μιλάμε για ένα ιστορικό σύστημα ιδεών, θεσμών και τρόπων κατανόησης του κόσμου.
Η θέση του π. Νικολάου Λουδοβίκου κινείται σε αυτή τη γραμμή. Ο σύγχρονος παγκόσμιος πολιτισμός δεν είναι απλώς αμερικανικός, ή ευρωπαϊκός. Είναι ένας πολιτισμός που έχει διαμορφωθεί μέσα από μια ελληνοδυτική ιστορική πορεία, στην οποία προστέθηκε αποφασιστικά και το χριστιανικό στοιχείο.
- Από την πολιτισμική αφομοίωση στην παγκόσμια γλώσσα
Η μεγάλη διαφορά της σύγχρονης Δύσης από προηγούμενες αυτοκρατορίες είναι η παγκόσμια εμβέλεια των εργαλείων της. Η Ρώμη διέδωσε το δίκαιο και τη διοίκηση. Η Ελλάδα διέδωσε τη φιλοσοφία και την παιδεία. Το Βυζάντιο διέδωσε τη χριστιανική και ρωμαϊκή παράδοση στην Ανατολή.
Η Δύση σήμερα έχει δημιουργήσει ένα παγκόσμιο σύστημα επιστήμης, τεχνολογίας και επικοινωνίας. Η αγγλική γλώσσα έγινε η βασική γλώσσα, της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, της τεχνολογίας, της οικονομίας, της ακαδημαϊκής έρευνας.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο φαινόμενο.
Ένας Κινέζος επιστήμονας, ένας Ινδός ερευνητής, ή ένας Αφρικανός φιλόσοφος μπορεί να ασκεί κριτική στη Δύση, αλλά συχνά το κάνει χρησιμοποιώντας, το πανεπιστημιακό σύστημα που αναπτύχθηκε στη Δύση, τη μεθοδολογία της σύγχρονης επιστήμης, ένα διεθνές λεξιλόγιο που έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δυτική παράδοση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δύση έχει το μονοπώλιο της αλήθειας. Σημαίνει ότι έχει δημιουργήσει ένα από τα ισχυρότερα παγκόσμια πλαίσια επικοινωνίας στην ανθρώπινη ιστορία.
- Η έννοια της «μετάφρασης» των πολιτισμών
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα βαθύτερα σημεία της ανάλυσης.
Οι πολιτισμοί δεν επικοινωνούν απευθείας. Πρέπει να μεταφράσουν τις εμπειρίες τους σε ένα κοινό λεξιλόγιο. Όταν ένας πολιτισμός αποκτά παγκόσμια επιρροή, συχνά γίνεται η «γλώσσα μετάφρασης» των άλλων πολιτισμών.
Για παράδειγμα, η αρχαία Ελλάδα έγινε η γλώσσα μέσω της οποίας η Μεσόγειος συζήτησε φιλοσοφία και επιστήμη. Τα λατινικά έγιναν η γλώσσα της δυτικής χριστιανοσύνης. Τα αραβικά έγιναν η γλώσσα μεγάλου μέρους του μεσαιωνικού ισλαμικού κόσμου. Τα αγγλικά έγιναν σήμερα η βασική γλώσσα της παγκόσμιας επικοινωνίας. Όταν ένας πολιτισμός γίνεται η γλώσσα μετάφρασης, αποκτά τεράστια επιρροή, διότι οι άλλοι πρέπει να χρησιμοποιήσουν τον τρόπο σκέψης του για να συμμετάσχουν στον κοινό διάλογο.
- Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα ειρωνεία. Οι πολιτισμοί που αποκτούν παγκόσμια επιρροή συχνά μεταμορφώνονται από αυτούς που ενσωματώνουν.
Η Ρώμη επηρεάστηκε από την Ελλάδα. Το Βυζάντιο διαμορφώθηκε από τη συνάντηση Ρώμης, Ελλάδας και Χριστιανισμού. Η Ευρώπη διαμορφώθηκε από τη συνάντηση αρχαίας κληρονομιάς και χριστιανικής σκέψης. Η Αμερική διαμορφώθηκε από κύματα μεταναστών.
Άρα η αφομοίωση δεν είναι μονόδρομη. Ο ισχυρός πολιτισμός απορροφά, αλλά ταυτόχρονα αλλάζει.
Η πραγματική δύναμη ενός πολιτισμού δεν είναι να παραμένει ανέπαφος. Είναι να μπορεί να δέχεται το διαφορετικό χωρίς να χάνει τον βασικό του άξονα.
- Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης: όταν ένας πολιτισμός γίνεται παγκόσμιος αλλά ταυτόχρονα αμφισβητείται
Η σύγχρονη εποχή παρουσιάζει ένα ιστορικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά, ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία ένας πολιτισμός δεν είχε τόσο μεγάλη παγκόσμια επιρροή όσο ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός. Οι θεσμοί, η επιστήμη, η τεχνολογία, η οικονομία, η πανεπιστημιακή γνώση και η ψηφιακή επικοινωνία λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό μέσα σε ένα πλαίσιο που δημιουργήθηκε από τη δυτική ιστορική εμπειρία.
Από την άλλη πλευρά, την ίδια στιγμή, η Δύση αντιμετωπίζει μια κρίση ταυτότητας. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που απασχολεί τον Χάντιγκτον στο Who Are We?. Η ανησυχία του δεν είναι ότι η Αμερική θα χάσει τη στρατιωτική της ισχύ ή την οικονομική της δύναμη. Είναι ότι μπορεί να χάσει την πολιτισμική συνοχή που επέτρεψε σε διαφορετικές ομάδες να ενταχθούν σε μια κοινή εθνική αφήγηση.
Για τον Χάντιγκτον, μια κοινωνία δεν διατηρείται μόνο από θεσμούς. Χρειάζεται και μια κοινή αντίληψη για το ποια είναι.
- Η σύγκρουση οικουμενικότητας – ταυτότητας και η γέννηση του φονταμενταλισμού.
Όλοι οι μεγάλοι πολιτισμοί όπως ο «ελληνιστικός», ο «ρωμαϊκός», ο «χριστιανικός», ο «ισλαμικός», «κινεζικός», ο «βουδιστικός», ο «δυτικός» και προσφάτως ο «δυτικός μηδενιστικός» δεν περιορίστηκαν ποτέ στην έκφραση μιας τοπικής ταυτότητας. Είχαν πάντοτε την τάση να υπερβαίνουν τα όριά τους και να προτείνουν έναν τρόπο οργάνωσης του κόσμου με οικουμενική αξίωση.
Η Ρώμη δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό της απλώς ως μια πόλη ή ένα έθνος, αλλά ως φορέα μιας παγκόσμιας πολιτικής τάξης. Ο Χριστιανισμός διατύπωσε την ιδέα μιας αλήθειας που απευθύνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Το Ισλάμ δημιούργησε την έννοια της κοινότητας των πιστών πέρα από τις φυλετικές και εθνοτικές διακρίσεις. Η νεότερη Δύση ανέπτυξε την ιδέα των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Αυτό το χαρακτηριστικό (της οικουμενικότητας) των μεγάλων πολιτισμών, θέτει ταυτόχρονα και ένα μεγάλο δίλλημα. Πώς μια αξία που γεννιέται μέσα σε έναν πολιτισμό μπορεί να αποκτήσει πανανθρώπινη σημασία χωρίς να επιβληθεί;
Πως μπορεί να γίνει οικουμενική πρόταση (που αναζητά αυτό που ενώνει τους ανθρώπους πέρα από τις διαφορές τους), αντί να γίνει φονταμενταλιστική πρόταση (που προστατεύει τη μοναδικότητα κάθε πολιτισμού, μετατρέποντας την ιδιαιτερότητα σε απολυτότητα).
Εδώ και λόγω της δυσκολίας του θέματος, αξίζει να επαναδιατυπωθεί το ερώτημα, με ένα παράδειγμα όπως το εξής. Στη νεότερη Δύση, η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαιώματα ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία, ή κοινωνική θέση είναι μια αρχή με πολύ μεγάλη οικουμενική αξία. Όμως αυτή η ιδέα γεννήθηκε μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική πορεία της Δύσης (Διαφωτισμός, ευρωπαϊκές επαναστάσεις, φιλελευθερισμός, αντίδραση στη μοναρχία και στις θρησκευτικές συγκρούσεις της Ευρώπης)
Όταν λοιπόν μια δυτική κοινωνία λέει «Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι παγκόσμιες αξίες», μπορεί να σημαίνει ότι «η δική μας ιστορική εμπειρία είναι τόσο σημαντική, ώστε θεωρούμε ότι πρέπει να αποτελέσει το μέτρο για όλους τους άλλους πολιτισμούς», οπότε έχουμε καθήκον να σας ‘’εκπολιτίσουμε’’ (συχνά βιαίως).
Το πρόβλημα όμως είναι πως το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τον Χριστιανισμό, ή για τον Μουσουλμανισμό, ή για τον Ινδουισμό, ή για τον Αθεϊσμό. Όλοι μπορούν να ισχυριστούν την απολυτότητα του πολιτισμού τους και την υποχρέωσή τους να τον επιβάλλουν. Όταν ένας πολιτισμός, ή μια ομάδα παύει να βλέπει τη δική της αλήθεια ως μια πρόταση προς τον κόσμο και αρχίζει να τη θεωρεί ως απόλυτο μέτρο του κόσμου. Δηλαδή, δεν υπάρχει πλέον διάλογος ανάμεσα στο «δικό μας» και στο «διαφορετικό», αλλά μια βεβαιότητα ότι ο άλλος πρέπει να προσαρμοστεί πλήρως, ή εμείς πρέπει να αποξενωθούμε πλήρως.
Είπαμε όμως πως κανένας πολιτισμός δεν διατηρήθηκε με τη βία και προφανέστατα ούτε με την απομόνωση.
- Η κριτική στον πολιτισμικό οικουμενισμό
Στο The Clash of Civilizations, ο Χάντιγκτον υποστηρίζει ότι η Δύση έκανε συχνά το λάθος να θεωρεί ότι οι δικές της αξίες είναι αυτονόητα αποδεκτές από όλους τους πολιτισμούς. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, έννοιες όπως, δημοκρατία, ατομικισμός, κοσμικό κράτος, ανθρώπινα δικαιώματα, μπορεί να έχουν παγκόσμια απήχηση, αλλά η ερμηνεία τους δεν είναι ίδια παντού.
Άλλοι πολιτισμοί μπορεί να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην κοινότητα, στη θρησκευτική παράδοση, στην κοινωνική αρμονία, στην ιστορική συνέχεια.
Επομένως, η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε πλήρη πολιτισμική ομοιομορφία. Μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργεί κοινά εργαλεία επικοινωνίας και να ενισχύει την ανάγκη των λαών να διατηρήσουν τη διαφορετική τους ταυτότητα.
- Το μέλλον είναι ένας κόσμος σύγκλισης, ή ένας κόσμος πολιτισμών;
Το μεγάλο ερώτημα του 21ου αιώνα είναι αν ο κόσμος θα κινηθεί προς μια μεγαλύτερη πολιτισμική σύγκλιση, ή προς μια αναβίωση των πολιτισμικών διαφορών.
Υπάρχουν δύο αντίθετες τάσεις.
Η πρώτη τάση, είναι η παγκόσμια ομοιοποίηση. Η τεχνολογία, το διαδίκτυο, η αγγλική γλώσσα, η παγκόσμια οικονομία και η επιστημονική κοινότητα δημιουργούν ένα κοινό παγκόσμιο περιβάλλον. Οι άνθρωποι σε διαφορετικές ηπείρους παρακολουθούν τις ίδιες ταινίες, χρησιμοποιούν τις ίδιες πλατφόρμες, επικοινωνούν με τα ίδια εργαλεία. Με αυτή την έννοια, ο κόσμος γίνεται περισσότερο ενιαίος.
Η δεύτερη τάση είναι η επιστροφή των ταυτοτήτων. Ταυτόχρονα όμως, βλέπουμε την επιστροφή των θρησκευτικών ταυτοτήτων, των εθνικών αφηγήσεων, των πολιτισμικών παραδόσεων.
Οι άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν τα ίδια τεχνολογικά εργαλεία, αλλά να δίνουν διαφορετικό νόημα στον κόσμο. Το ίδιο διαδίκτυο μπορεί να χρησιμοποιείται από διαφορετικούς πολιτισμούς για να ενισχύσει διαφορετικές αντιλήψεις.
- Η τελική σύνθεση και η δύναμη ενός πολιτισμού είναι η ικανότητα διαλόγου
Από όλη αυτή την ιστορική πορεία προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα.
Οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν επιβιώνουν επειδή κλείνονται στον εαυτό τους. Επιβιώνουν επειδή μπορούν να συναντήσουν το διαφορετικό και να το μετασχηματίσουν δημιουργικά.
Η Ελλάδα επηρέασε τη Ρώμη. Η Ρώμη μεταμόρφωσε την Ευρώπη. Το Βυζάντιο συνέδεσε την αρχαιότητα με τον Χριστιανισμό. Η Δύση δημιούργησε ένα παγκόσμιο επιστημονικό και τεχνολογικό πλαίσιο.
Όμως κάθε πολιτισμός που γίνεται παγκόσμιος αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο. Να πιστέψει ότι η δική του οπτική είναι η μόνη δυνατή.
Η πραγματική πολιτισμική δύναμη δεν είναι η άρνηση του άλλου. Είναι η ικανότητα να συνομιλεί μαζί του χωρίς να χάνει την ταυτότητά του.
Επίλογος
Οι πολιτισμοί ως φορείς νοήματος
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν μεγαλούργησαν επειδή απομονώθηκαν, αλλά επειδή κατόρθωσαν να αφομοιώσουν δημιουργικά στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, διατηρώντας ταυτόχρονα τον δικό τους πυρήνα.
Η Ελλάδα επηρέασε τη Ρώμη και επηρεάστηκε από αυτήν. Το Βυζάντιο συνέθεσε την ελληνική φιλοσοφία, τη ρωμαϊκή πολιτική παράδοση και τον χριστιανισμό. Η νεότερη Δύση οικοδομήθηκε πάνω σε αυτή τη σύνθεση και τη διεύρυνε.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ένας πολιτισμός θα έρθει σε επαφή με άλλους. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν διαθέτει αρκετή εσωτερική αυτοπεποίθηση ώστε να μετατρέψει τη συνάντηση σε δημιουργία και όχι σε φόβο.
Ο πολιτισμός που κατορθώνει να προσφέρει ένα πειστικό τρόπο κατανόησης του ανθρώπου, της κοινωνίας και της αλήθειας αποκτά μια δύναμη που ξεπερνά τα σύνορα και τις εποχές.
Ίσως αυτό είναι το βαθύτερο μάθημα της ιστορίας. Η ιστορία των πολιτισμών δεν είναι απλώς ιστορία κατακτήσεων. Είναι ιστορία συναντήσεων.
Οι αυτοκρατορίες τελειώνουν όταν χάνουν την εξουσία τους. Οι πολιτισμοί τελειώνουν όταν οι άνθρωποι παύουν να σκέφτονται μέσα στις έννοιες που τους δημιούργησαν.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η ελληνική περίπτωση
Στην Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει μια ιδιαίτερη διάσταση.
Η Ορθοδοξία υπήρξε επί αιώνες όχι μόνο θρησκεία, αλλά και θεμελιώδης φορέας συλλογικής ταυτότητας. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας λειτούργησε ως θεσμός που διατήρησε την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Για πολλούς Έλληνες, επομένως, η Ορθοδοξία δεν αποτελεί απλώς προσωπική πίστη, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής και πολιτισμικής τους αυτοσυνειδησίας.
Όταν όμως η ελληνική κοινωνία εντάχθηκε ολοένα και περισσότερο στον δυτικό και παγκοσμιοποιημένο κόσμο, πολλοί πιστοί άρχισαν να αισθάνονται ότι η παράδοσή τους κινδυνεύει να απορροφηθεί από έναν διαφορετικό πολιτισμικό τρόπο σκέψης.
Η αντίδραση ορισμένων υπήρξε η εντονότερη περιχαράκωση της ταυτότητάς τους. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η Ορθοδοξία έπαψε να βιώνεται πρωτίστως ως τρόπος ζωής και μεταβλήθηκε κυρίως σε σύμβολο πολιτισμικής αντίστασης.
Όταν η ταυτότητα γίνεται άμυνα
Εδώ εμφανίζεται ένα φαινόμενο που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Όσο ισχυρότερη γίνεται η αίσθηση μιας παγκόσμιας πολιτισμικής ομοιομορφίας, τόσο ισχυρότερη μπορεί να γίνεται και η ανάγκη ορισμένων ομάδων να υπογραμμίσουν τη διαφορετικότητά τους.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια περισσότερο αμυντική στάση απέναντι στον κόσμο.
Σε αυτή την περίπτωση, η παράδοση δεν αντιμετωπίζεται ως μια ζωντανή πραγματικότητα που συνομιλεί δημιουργικά με άλλους πολιτισμούς, αλλά ως ένα κλειστό σύστημα που πρέπει να προστατευθεί από κάθε εξωτερική επιρροή.
Η κριτική του π. Νικολάου Λουδοβίκου
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σκέψη του π. Νικολάου Λουδοβίκου.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η Ορθοδοξία δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από τον διάλογο με τον σύγχρονο κόσμο. Αντίθετα, θεωρεί ότι η απομόνωση οδηγεί σε μια μορφή πνευματικής αυτάρκειας, που τελικά καταλήγει σε αυτοεπιβεβαίωση.
Κατά τον π. Νικόλαο, η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να μεταφράσει τον πλούτο της σε γλώσσα κατανοητή από τον σημερινό άνθρωπο. Όχι για να αλλοιώσει το περιεχόμενό της, αλλά για να μπορέσει να συμμετάσχει ουσιαστικά στον παγκόσμιο διάλογο.
Εάν δεν το πράξει, κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν εσωστρεφή λόγο που απευθύνεται μόνο στους ήδη πεπεισμένους. Έτσι μπορεί να απολέσει τον οικουμενικό της χαρακτήρα και να εκφυλιστεί σε μια μορφή φονταμενταλισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο φονταμενταλισμός δεν εκφράζει τη δύναμη της πίστης, αλλά την ανθρώπινη ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα, σαφή όρια και μια αδιαπραγμάτευτη ταυτότητα μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς. Γίνεται ένας τρόπος διαχείρισης του φόβου και της αβεβαιότητας, ένας αμυντικός μηχανισμός που μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο στη θρησκεία, αλλά και στον εθνικισμό, στις πολιτικές ιδεολογίες ή ακόμη και σε κοσμικά κινήματα.
Παράδοση και φονταμενταλισμός
Ίσως εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη διάκριση ανάμεσα στην παράδοση και τον φονταμενταλισμό.
Η παράδοση είναι δημιουργική. Γνωρίζει ποια είναι και, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να συνομιλεί με το διαφορετικό χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την ταυτότητά της.
Ο φονταμενταλισμός, αντίθετα, αντιμετωπίζει κάθε διάλογο ως απειλή. Προσπαθεί να διατηρήσει την ταυτότητά του αποκλείοντας την επικοινωνία με τον άλλο. Από αυτή την άποψη, ο φονταμενταλισμός δεν αποτελεί ένδειξη πολιτισμικής αυτοπεποίθησης, αλλά συχνά ένδειξη πολιτισμικής ανασφάλειας.
Γιατί μόνο Ορθοδοξία;
Ίσως γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί, στο παρόν δοκίμιο, η συζήτηση για τη σύγχρονη ελληνική συμβολή στον παγκόσμιο διάλογο καταλήγει σχεδόν αποκλειστικά στην Ορθοδοξία. Δεν οφείλεται στην πεποίθηση ότι η ελληνική πολιτισμική παράδοση εξαντλείται στη θρησκεία.
Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η βυζαντινή σύνθεση, η γλώσσα και η λογοτεχνία αποτελούν αναμφίβολα θεμελιώδη στοιχεία της ελληνικής κληρονομιάς. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποια είναι η κληρονομιά μας, αλλά ποιος τη διατηρεί δημιουργικά ζωντανή σήμερα, έστω και φαινομενικά σε μικρό βαθμό.
Στη σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς οργανωμένες πνευματικές κοινότητες που να παράγουν, να εξελίσσουν και να προβάλλουν διεθνώς μια συνεκτική ελληνική πολιτισμική πρόταση.
Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι θεολόγοι που κινούνται στον χώρο της, εξακολουθούν να αποτελούν ίσως τον πιο συνεκτικό και αναγνωρίσιμο φορέα που επιχειρεί να συνδέσει τη σύγχρονη πραγματικότητα με την ελληνική και βυζαντινή παράδοση (ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι ένας από αυτούς).
Γι’ αυτό και η συζήτηση στρέφεται αναπόφευκτα προς την Ορθοδοξία. Όχι επειδή είναι η μοναδική έκφραση του ελληνικού πολιτισμού, αλλά επειδή είναι ίσως η μόνη που εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ζωντανή κοινότητα με συνείδηση ιστορικής συνέχειας και ιστορικο-πνευματική υποχρέωση να συμμετάσχει στον παγκόσμιο διάλογο.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ελλάδα στερείται πολιτισμικού κεφαλαίου. Το πρόβλημα είναι ότι δυσκολεύεται να το μετατρέψει σε σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή. Και όταν οι φορείς αυτού του έργου είναι ελάχιστοι, είναι αναπόφευκτο η συζήτηση να επικεντρώνεται σε εκείνον που εξακολουθεί να επιχειρεί να αρθρώσει δημόσιο λόγο με αναφορά στην ελληνική παράδοση, την Ορθόδοξη κοινότητα.
ΝΛ