Η εγκληματικότητα, η μετανάστευση, η θρησκεία και ο άνθρωπος
Ακόμη κι αν δεχόταν κάποιος ότι σε ορισμένες περιπτώσεις συγκεκριμένες μεταναστευτικές ομάδες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά σε ορισμένες μορφές εγκληματικότητας, θα παρέμενε ένα θεμελιώδες ερώτημα.
Από πού προέρχεται η εγκληματικότητα όταν δεν υπάρχουν μετανάστες;
Η απάντηση είναι ότι η εγκληματικότητα δεν εμφανίστηκε με τη μετανάστευση.
Οι μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της ιστορίας δημιουργήθηκαν κυρίως από γηγενείς πληθυσμούς. Η σικελική Μαφία αναπτύχθηκε μέσα στην ίδια την ιταλική κοινωνία. Η Καμόρα στη Νάπολη και η Ντραγκέτα στην Καλαβρία δεν δημιουργήθηκαν από ξένους πληθυσμούς, αλλά από ανθρώπους που ανήκαν στις τοπικές κοινωνίες.
Αντίστοιχα, η ιαπωνική Γιακούζα αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία και συνδέθηκε με εσωτερικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας. Τα μεξικανικά καρτέλ δημιουργήθηκαν από Μεξικανούς πολίτες και αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον διαφθοράς, φτώχειας, ανισοτήτων και αδυναμίας κρατικού ελέγχου. Οι ρωσικές εγκληματικές οργανώσεις αναπτύχθηκαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης μέσα στις ίδιες τις ρωσικές κοινωνικές δομές, αξιοποιώντας το κενό εξουσίας, την οικονομική αποδιοργάνωση και τη διαφθορά.
Αυτό δείχνει κάτι σημαντικό. Η εγκληματικότητα δεν δημιουργείται επειδή κάποιος ανήκει σε συγκεκριμένη εθνότητα, αλλά επειδή σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, εμφανίζονται ευκαιρίες, και κίνητρα εγκληματικότητας, σε συνδυασμό με αδυναμίες θεσμικού ελέγχου.
Αντίστοιχα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλο μέρος του οργανωμένου εγκλήματος του 20ού αιώνα συνδέθηκε με γηγενείς Αμερικανούς, ή με δεύτερες και τρίτες γενιές μεταναστών που είχαν πλέον ενταχθεί πλήρως στην κοινωνία.
Η αμερικανική μαφία, για παράδειγμα, δεν ήταν αποτέλεσμα της άφιξης απλώς Ιταλών μεταναστών, αλλά συνδυασμός συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών όπως η απαγόρευση του αλκοόλ, η διαφθορά των κρατικών μηχανισμών, οι κοινωνικές ανισότητες και φυσικά τα οικονομικά κίνητρα.
Αντίστοιχα, οι συμμορίες στις ΗΠΑ δεν περιορίζονται σε μία εθνική, ή φυλετική ομάδα. Υπήρξαν λευκές, μαύρες, λατινοαμερικανικές και ασιατικές εγκληματικές οργανώσεις. Το κοινό στοιχείο τους δεν ήταν η καταγωγή, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία αναπτύχθηκαν.
Αυτό δείχνει ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η καταγωγή, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται η εγκληματική συμπεριφορά.
Το ίδιο ισχύει και για την καθημερινή εγκληματικότητα.
Οι ανθρωποκτονίες, οι ληστείες, η ενδοοικογενειακή βία, οι σεξουαλικές επιθέσεις και η διαφθορά υπήρχαν σε κοινωνίες με ελάχιστη, ή μηδενική μετανάστευση.
Για παράδειγμα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Σιγκαπούρη έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα εγκληματικότητας σε σύγκριση με πολλές άλλες χώρες, αλλά δεν είναι κοινωνίες χωρίς εγκληματικότητα. Υπάρχουν εγκλήματα όπως ενδοοικογενειακή βία, οικονομικές απάτες, εγκλήματα οργανωμένων ομάδων, ή σεξουαλικά εγκλήματα, παρά το γεγονός ότι οι κοινωνίες αυτές δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλες μεταναστευτικές ροές.
Από την άλλη πλευρά, χώρες με σημαντικούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς, όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, ή η Νέα Ζηλανδία, δεν εμφανίζουν αναγκαστικά υψηλότερη εγκληματικότητα εξαιτίας της παρουσίας μεταναστών.
Στον Καναδά, για παράδειγμα, η μετανάστευση αποτελεί βασικό στοιχείο της δημογραφικής του σύνθεσης εδώ και δεκαετίες, χωρίς αυτό να έχει οδηγήσει σε μια γενική αύξηση εγκληματικότητας. Η Αυστραλία επίσης δέχεται μεγάλες μεταναστευτικές ροές, αλλά η σχέση μετανάστευσης και εγκληματικότητας δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από το ποσοστό μεταναστών.
Επομένως, η μετανάστευση μπορεί σε ορισμένες συνθήκες να επηρεάσει την εγκληματικότητα, αλλά δεν αποτελεί τη βασική πηγή της.
Η σχέση εγκληματικότητας και θρησκείας
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει αν εξετάσουμε τη σχέση εγκληματικότητας και θρησκείας.
Εάν η εγκληματικότητα ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης θρησκείας, τότε οι κοινωνίες που ακολουθούν την ίδια θρησκεία θα έπρεπε να παρουσιάζουν παρόμοια επίπεδα παραβατικότητας.
Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Υπάρχουν χριστιανικές κοινωνίες με πολύ χαμηλή εγκληματικότητα, όπως πολλές χώρες της Βόρειας Ευρώπης, αλλά και χριστιανικές κοινωνίες με υψηλότερα επίπεδα βίας, όπως ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Για παράδειγμα, η Νορβηγία, η Δανία και η Σουηδία έχουν ιστορικά χριστιανική πολιτισμική παράδοση αλλά πολύ διαφορετικά επίπεδα εγκληματικότητας από χώρες όπως η Βραζιλία, ή η Γουατεμάλα, όπου επίσης υπάρχει ισχυρή χριστιανική παράδοση.
Η διαφορά δεν εξηγείται από τη θρησκεία, αλλά από παράγοντες όπως η ποιότητα των θεσμών, η κοινωνική ανισότητα, η λειτουργία της δικαιοσύνης, η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική συνοχή.
Υπάρχουν επίσης μουσουλμανικές κοινωνίες με πολύ διαφορετικά επίπεδα ασφάλειας. Η Ινδονησία, η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Αφγανιστάν, ή η Συρία έχουν μουσουλμανική πλειοψηφία, αλλά εντελώς διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες θρησκείες. Η Ιαπωνία, μια χώρα με έντονη βουδιστική και σιντοϊστική παράδοση, έχει πολύ χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας, ενώ άλλες κοινωνίες με βουδιστικές επιρροές αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα.
Άρα η θρησκεία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει την εγκληματικότητα.
Όταν η θρησκεία, ή ο πολιτισμός συγκρούονται με το κράτος δικαίου
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλες οι πολιτισμικές ή θρησκευτικές πρακτικές είναι κοινωνικά ισοδύναμες.
Το γεγονός ότι η εγκληματικότητα δεν εξηγείται από τη θρησκεία, ή την καταγωγή δεν σημαίνει ότι όλες οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι παραδόσεις, ή οι πολιτισμικές πρακτικές έχουν την ίδια σχέση με τις αρχές ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους.
Υπάρχουν πρακτικές που, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, συγκρούονται με βασικές αρχές όπως η ισότητα των φύλων, η σωματική ακεραιότητα, η ελευθερία επιλογής και η προστασία των ανηλίκων.
Παραδείγματα αποτελούν:
- οι αναγκαστικοί γάμοι,
- η κλειτοριδεκτομή,
- τα λεγόμενα «εγκλήματα τιμής»,
- η βία κατά των γυναικών που δικαιολογείται στο όνομα της παράδοσης,
- η άρνηση βασικών δικαιωμάτων λόγω φύλου,
- η επιβολή θρησκευτικών κανόνων μέσω βίας ή απειλής.
Σε ορισμένες μεταναστευτικές κοινότητες στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί πραγματικά περιστατικά όπου τέτοιες αντιλήψεις δημιούργησαν συγκρούσεις με το νομικό σύστημα των χωρών υποδοχής.
Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία, στη Σουηδία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν υπάρξει υποθέσεις αναγκαστικών γάμων, όπου γυναίκες, ή ανήλικα κορίτσια πιέστηκαν, ή εξαναγκάστηκαν να παντρευτούν χωρίς τη θέλησή τους. Οι κρατικές αρχές χρειάστηκε να παρέμβουν ώστε να προστατεύσουν τα θύματα και να εφαρμόσουν τη νομοθεσία.
Αντίστοιχα, έχουν καταγραφεί περιστατικά «εγκλημάτων τιμής», όπου η οικογένεια ή η κοινότητα προσπάθησε να τιμωρήσει ένα άτομο επειδή θεωρούσε ότι παραβίασε παραδοσιακούς κανόνες σχετικά με τη συμπεριφορά, τη σεξουαλικότητα ή τις επιλογές ζωής.
Τέτοια περιστατικά δεν μπορούν να αγνοηθούν στο όνομα μιας λανθασμένης αντίληψης πολιτισμικού σχετικισμού. Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξαρτάται από την πολιτισμική προέλευση κάποιου.
Όμως η αναγνώριση αυτών των προβλημάτων δεν σημαίνει ότι μια ολόκληρη θρησκεία ή ένας ολόκληρος λαός χαρακτηρίζεται από αυτά.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο.
Η ύπαρξη εγκληματικών ή καταπιεστικών πρακτικών σε μια κοινότητα δεν σημαίνει ότι κάθε μέλος της κοινότητας τις αποδέχεται, ή τις εφαρμόζει.
Όπως δεν θα μπορούσε κάποιος να πει ότι όλοι οι χριστιανοί ευθύνονται για τα εγκλήματα που έγιναν ιστορικά στο όνομα του χριστιανισμού, έτσι δεν μπορεί να θεωρείται ότι όλοι οι μουσουλμάνοι υποστηρίζουν πρακτικές που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι κοινωνίες δεν αποτελούνται από ενιαία μπλοκ ανθρώπων. Μέσα σε κάθε θρησκεία, πολιτισμό, ή εθνική ομάδα υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες, βαθμοί θρησκευτικότητας, αξίες και στάσεις απέναντι στον κόσμο.
Η κλειτοριδεκτομή, για παράδειγμα, συχνά παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ισλαμική πρακτική.
Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η πρακτική αυτή συναντάται σε ορισμένες περιοχές της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής σε μουσουλμανικούς αλλά και σε μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Δεν αποτελεί γενική θρησκευτική υποχρέωση του Ισλάμ, αλλά συνδέεται περισσότερο με παλαιότερες κοινωνικές παραδόσεις, αντιλήψεις για τον έλεγχο της γυναικείας σεξουαλικότητας και πατριαρχικές δομές.
Αυτό δείχνει ότι πολλές φορές μια πρακτική δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη θρησκεία. Πρέπει να εξετάζονται μαζί η ιστορία, η κοινωνική οργάνωση, η θέση της γυναίκας, η εκπαίδευση και η λειτουργία των θεσμών.
Το ίδιο ισχύει για τις πατριαρχικές αντιλήψεις.
Η υποβάθμιση της γυναίκας δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό κάποιας συγκεκριμένης θρησκείας, ή πολιτισμού. Υπήρξε για αιώνες σε πολλές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων χριστιανικών κοινωνιών.
Για παράδειγμα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τον 20ό αιώνα οι γυναίκες είχαν περιορισμένα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Σε πολλές χώρες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, οικονομική ανεξαρτησία ή πλήρη νομική ισότητα.
Άρα, το πρόβλημα δεν είναι «ο πολιτισμός του άλλου» σε αντιδιαστολή με έναν δήθεν τέλειο δικό μας πολιτισμό.
Το πραγματικό ζήτημα είναι αν μια κοινωνία διαθέτει θεσμούς ικανούς να προστατεύουν το άτομο από πρακτικές που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η περίπτωση της παράνομης μετανάστευσης
Εδώ χρειάζεται επίσης μια σημαντική διάκριση, διότι δεν είναι όλες οι μεταναστευτικές ομάδες ίδιες.
Ένας νόμιμος μετανάστης που έρχεται σε μια χώρα μέσω μιας διαδικασίας εργασίας, έχει δικαίωμα παραμονής, εργάζεται, πληρώνει φόρους και εντάσσεται κοινωνικά, βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από έναν άνθρωπο που εισέρχεται παράνομα σε μια χώρα και παραμένει σε καθεστώς αβεβαιότητας.
Η παράνομη μετανάστευση δημιουργεί ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες.
Ένας άνθρωπος χωρίς νόμιμο καθεστώς:
- δυσκολεύεται να βρει νόμιμη εργασία,
- μπορεί να πέσει θύμα εκμετάλλευσης,
- μπορεί να ζει σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού,
- μπορεί να μην έχει πρόσβαση σε κανονικές δομές κοινωνικής ένταξης.
Αυτές οι συνθήκες μπορούν να αυξήσουν την ευαλωτότητα τόσο των ίδιων των μεταναστών όσο και των κοινωνιών υποδοχής.
Παράδειγμα αποτελεί η δημιουργία «μαύρης εργασίας», όπου παράτυποι μετανάστες εργάζονται χωρίς προστασία και συχνά εξαρτώνται από κυκλώματα εκμετάλλευσης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, εγκληματικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτή την ευάλωτη κατάσταση, μέσω διακίνησης ανθρώπων, εμπορίας εργασίας ή άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παρανομία εισόδου μετατρέπει αυτόματα κάποιον σε εγκληματία.
Η παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας είναι διοικητική, ή νομική παράβαση, αλλά δεν σημαίνει ότι το άτομο θα διαπράξει βίαια, ή άλλα εγκλήματα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται παράνομα σε μια χώρα και ταυτόχρονα να εργάζεται, να δημιουργεί οικογένεια και να μην έχει καμία άλλη παραβατική συμπεριφορά.
Γι’ αυτό και η εγκληματολογική ανάλυση πρέπει να αποφεύγει τις απλουστεύσεις.
Άλλο:
«κάποιος παραβίασε τους κανόνες εισόδου μιας χώρας»
και άλλο:
«κάποιος αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια».
Οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται.
Οι πραγματικοί παράγοντες της εγκληματικότητας
Η σύγχρονη εγκληματολογία αναζητά τους μηχανισμούς που αυξάνουν την πιθανότητα εγκληματικής συμπεριφοράς. Δεν αναζητά έναν μοναδικό ένοχο. Δεν θεωρεί ότι η εγκληματικότητα εξηγείται από μια λέξη όπως «μετανάστευση», «θρησκεία» ή «κουλτούρα».
Αναζητά τους μηχανισμούς που αυξάνουν την πιθανότητα εγκληματικής συμπεριφοράς.
Μεταξύ των σημαντικότερων παραγόντων βρίσκονται:
Η ηλικία και το φύλο
Οι νέοι άνδρες εμφανίζουν διεθνώς υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής σε πολλές μορφές εγκληματικότητας, ανεξάρτητα από εθνικότητα.
Αυτό φαίνεται σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, οι περισσότερες βίαιες εγκληματικές πράξεις διαπράττονται από νεαρούς άνδρες, ανεξάρτητα από το αν αυτοί είναι λευκοί, μαύροι, ισπανόφωνοι, ή άλλης καταγωγής. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται στην Ευρώπη, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική.
Αυτό είναι σημαντικό για τη συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση, διότι πολλές μεγάλες μεταναστευτικές ροές αποτελούνται δυσανάλογα από νέους άνδρες. Επομένως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυξημένη παρουσία εγκληματικότητας μπορεί να συνδέεται περισσότερο με τη δημογραφική σύνθεση μιας ομάδας παρά με την εθνική, ή θρησκευτική της ταυτότητα.
Ένας πληθυσμός που αποτελείται κυρίως από οικογένειες, παιδιά και εργαζόμενους ενήλικες δεν βρίσκεται στις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με έναν πληθυσμό που αποτελείται κυρίως από νέους άνδρες χωρίς οικογενειακά δίκτυα, χωρίς σταθερή εργασία και χωρίς σαφή προοπτική ένταξης.
Η κοινωνική περιθωριοποίηση
Ένας νέος άνθρωπος χωρίς εργασία, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς και χωρίς προοπτική μπορεί να είναι πιο ευάλωτος στην εγκληματική ένταξη.
Η εγκληματολογία εδώ και δεκαετίες δείχνει ότι η κοινωνική απομόνωση και η αίσθηση αποκλεισμού μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα παραβατικής συμπεριφοράς.
Για παράδειγμα, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις δημιουργήθηκαν υποβαθμισμένες συνοικίες όπου συγκεντρώθηκαν άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα, ανεργία και περιορισμένες ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας. Σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές υπήρξαν προβλήματα με νεανικές συμμορίες, διακίνηση ναρκωτικών και βίαιες συγκρούσεις.
Το ίδιο φαινόμενο όμως δεν αφορά μόνο μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Υπάρχουν περιοχές με γηγενείς πληθυσμούς, όπως ορισμένες υποβαθμισμένες βιομηχανικές περιοχές στις ΗΠΑ ή στην Ευρώπη, όπου η εγκληματικότητα αυξήθηκε λόγω ανεργίας, κοινωνικής εγκατάλειψης και διάλυσης των κοινωνικών δεσμών.
Άρα το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η καταγωγή του ανθρώπου, αλλά οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει.
Η αποτυχία ένταξης
Παράδειγμα αποτελούν ορισμένα ευρωπαϊκά προάστια όπου η συγκέντρωση φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικού αποκλεισμού δημιούργησε προβλήματα τόσο σε γηγενείς όσο και σε μεταναστευτικούς πληθυσμούς.
Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Σουηδία, το Βέλγιο, ή η Γερμανία έχουν υπάρξει περιοχές όπου η ανεπαρκής ένταξη δεύτερης, ή τρίτης γενιάς μεταναστών δημιούργησε προβλήματα ταυτότητας, κοινωνικής απομόνωσης και σύγκρουσης με τους θεσμούς.
Σε κάποιες περιπτώσεις, παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα υποδοχής αισθάνονται ότι δεν ανήκουν ούτε πλήρως στην κοινωνία των γονιών τους ούτε στη χώρα όπου γεννήθηκαν. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες απογοήτευσης και αποξένωσης.
Όμως το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και σε γηγενείς πληθυσμούς. Ένας νέος που μεγαλώνει σε περιβάλλον αποκλεισμού, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς εργασία και χωρίς κοινωνικές προοπτικές μπορεί επίσης να οδηγηθεί σε παραβατικότητα.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η καταγωγή, αλλά η αποτυχημένη κοινωνική ένταξη.
Η οικογενειακή δομή και η κοινωνική συνοχή
Κοινωνίες με ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και αποτελεσματικούς θεσμούς έχουν συνήθως καλύτερα αποτελέσματα στην πρόληψη της εγκληματικότητας.
Η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς λειτουργούν ως παράγοντες κοινωνικού ελέγχου.
Για παράδειγμα, ένας νέος που έχει σταθερή οικογενειακή στήριξη, εργασία, φίλους, συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες και εμπιστοσύνη στους νόμους έχει μικρότερη πιθανότητα να ενταχθεί σε εγκληματικά δίκτυα.
Αντίθετα, όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται σε περιβάλλον όπου το κράτος απουσιάζει, η εκπαίδευση είναι ανεπαρκής και οι παράνομες δραστηριότητες αποτελούν εύκολο τρόπο επιβίωσης, η πιθανότητα εγκληματικής συμπεριφοράς αυξάνεται.
Αυτό μπορεί να αφορά τόσο έναν παράτυπο μετανάστη που βρίσκεται σε καθεστώς αβεβαιότητας και εκμετάλλευσης, όσο και έναν γηγενή πολίτη που ζει σε περιθωριοποιημένο περιβάλλον.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν είναι φυλετικός ή θρησκευτικός.
Ένας άνεργος νέος άνδρας, ανεξάρτητα από το αν είναι Έλληνας, Γερμανός, Σύρος ή Νιγηριανός, βρίσκεται σε διαφορετικό κίνδυνο από έναν άνθρωπο με σταθερή εργασία, κοινωνικούς δεσμούς και προοπτική ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι σε δύσκολες κοινωνικές συνθήκες εγκληματούν. Η συντριπτική πλειονότητα δεν εγκληματεί.
Σημαίνει όμως ότι η εγκληματικότητα δεν εξηγείται από την ταυτότητα του ανθρώπου, αλλά από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην προσωπική επιλογή και στις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή η επιλογή διαμορφώνεται.
Η ανθρώπινη προαίρεση
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο συμπέρασμα βρίσκεται αλλού.
Η εγκληματικότητα δεν είναι ιδιότητα λαών, φυλών ή θρησκειών. Είναι δυνατότητα του ανθρώπου.
Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να γίνει εγκληματίας, ή άνθρωπος θυσίας.
Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε μια φτωχή περιοχή μπορεί να γίνει γιατρός, εκπαιδευτικός ή κοινωνικός λειτουργός. Ένας άλλος, μέσα στις ίδιες περίπου συνθήκες, μπορεί να επιλέξει την εγκληματική οδό.
Η ίδια θρησκευτική πίστη μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε φιλανθρωπία, όπως συνέβη με αμέτρητες ανθρωπιστικές δράσεις θρησκευτικών κοινοτήτων, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία μίσους από έναν φανατικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι χριστιανικές οργανώσεις έχουν δημιουργήσει νοσοκομεία, σχολεία και δομές βοήθειας σε όλο τον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα υπήρξαν άνθρωποι που χρησιμοποίησαν χριστιανικά σύμβολα για να δικαιολογήσουν βία. Το ίδιο ισχύει για κάθε μεγάλη θρησκευτική ή ιδεολογική παράδοση.
Η ίδια επιστήμη μπορεί να δημιουργήσει εμβόλια και θεραπείες, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για καταστροφικούς σκοπούς, όπως απέδειξε η ιστορία των χημικών όπλων ή των στρατιωτικών τεχνολογιών.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι τι κληρονόμησε κάποιος (η καταγωγή, η θρησκεία ή ο πολιτισμός του) αλλά πώς επιλέγει να χρησιμοποιήσει αυτά τα στοιχεία.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι:
«Ποιοι άνθρωποι εγκληματούν;»
Αλλά:
«Υπό ποιες συνθήκες ο άνθρωπος οδηγείται ευκολότερα προς το έγκλημα και υπό ποιες προς την αρετή;»
Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική πρόκληση κάθε κοινωνίας και κάθε πολιτισμού.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο στη συζήτηση για τη μετανάστευση.
Μια κοινωνία που θέλει να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα δεν μπορεί να αρκεστεί στο να αναζητήσει έναν εξωτερικό «ένοχο». Πρέπει να κατανοήσει τους μηχανισμούς που γεννούν την παραβατικότητα. Την κοινωνική απομόνωση, την αποτυχία ένταξης, την ανομία, την έλλειψη ευκαιριών, αλλά και την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου.
Διότι η ιστορία δείχνει ότι εγκληματίες υπήρξαν άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε έθνους, κάθε θρησκείας και κάθε πολιτισμού.
Αλλά και άνθρωποι εξαιρετικής αρετής υπήρξαν επίσης από κάθε φυλή, κάθε έθνος, κάθε θρησκεία και κάθε πολιτισμό.
Το τελικό όριο δεν βρίσκεται στην καταγωγή του ανθρώπου.
Βρίσκεται στην ανθρώπινη προαίρεση.
ΝΑΛ