Μισθοδοσία Κλήρου
Μισθοδοσία κλήρου μέρος 1ο
Για να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή, θα πω πως ακόμη κι αν ο κλήρος στην Ελλάδα δεν μισθοδοτείτο από το κράτος, η σύγκρουση γύρω από τον ρόλο της Εκκλησίας στη δημόσια ζωή θα ήταν ακριβώς η ίδια. Ίσως με ένα επιχείρημα εναντίον της Εκκλησίας λιγότερο.
Το γεγονός ότι ο κλήρος μισθοδοτείται από το κράτος, πέρα από βαθιά πνευματικό ολίσθημα, είναι και θεσμική κοινωνική στρέβλωση, που δύσκολα δικαιολογείται σε ένα σύγχρονο κράτος δυτικού τύπου. Μπορεί να προέκυψε ιστορικά μέσα από μεταπολεμικές συμφωνίες και ανταλλαγές με την εκκλησιαστική περιουσία, όμως αυτό δεν το καθιστά ορθό. Απλώς το εξηγεί (βλ 1η παρατήρηση).
Κάποιοι θα αντιδράσουν στον χαρακτηρισμό «σύγχρονο κράτος, δυτικού τύπου», αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα που εμείς οι Έλληνες έχουμε επιλέξει, είτε συνειδητά και ελεύθερα, είτε -τέλος πάντων- κάπως χειραγωγούμενοι. Αυτή είναι η προτεραιότητά μας. Η Εκκλησία, στη συνείδηση της κοινωνίας, έχει εκφυλιστεί σε έναν ακόμα θεσμό, που κατέχει μάλιστα, σχετική αξιακή θέση σε σχέση με τους άλλους κρατικούς θεσμούς. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα, αλλά δεν είναι του παρόντος (βλ 2η παρατήρηση).
Προφανέστατα η συζήτηση περί της μισθοδοσίας του κλήρου, ούτε άκαιρη είναι ούτε αβάσιμη.
Ας δούμε όμως το θέμα στο βάθος της ιστορίας.
Αν εξετάσουμε τα τελευταία 4.000–5.000 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας (κατά τα οποία δεν υπήρξε πολιτισμός χωρίς θρησκευτικότητα), διαπιστώνουμε ότι η συνηθέστερη κατάσταση ήταν, οι θρησκευτικοί λειτουργοί να συντηρούνται από θεσμοθετημένους πόρους της κοινωνίας (κρατικές γαίες, ναούς, δεκάτες, δημόσια ταμεία, βασιλικές χορηγίες και υποχρεωτικές εισφορές).
Στην αρχαία Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, την Ινδία, την Ελλάδα, τη Ρώμη, τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και σχεδόν όλους τους μεγάλους πολιτισμούς, η θρησκεία και η πολιτική κοινότητα διατηρούσαν στενή οικονομική σχέση. Η πλήρης αυτοχρηματοδότηση αποκλειστικά από τα μέλη μιας θρησκευτικής κοινότητας υπήρξε ιστορικά εξαίρεση και όχι κανόνας.
Από ιστορική άποψη, λοιπόν, αν κάποιος ισχυριστεί ότι η κρατική συντήρηση του κλήρου αποτελεί μια «περίεργη ελληνική παθογένεια», μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Η στενή οικονομική σύνδεση θρησκείας και πολιτικής κοινότητας υπήρξε ο κανόνας επί χιλιετίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κατ’ ανάγκη σωστό σήμερα, ούτε ότι ήταν σωστό όποτε συνέβαινε. Σημαίνει απλώς, ότι ιστορικά είναι το συνηθέστερο μοντέλο.
Η ιδέα ότι «οι πιστοί πρέπει να συντηρούν τον κλήρο», εμφανίζεται κυρίως στον χριστιανισμό των πρώτων τριών αιώνων και επανέρχεται στο νεότερο φιλελεύθερο κράτος, μετά τον 18ο και 19ο αιώνα.
Τα τελευταία εκατό χρόνια δεν υπάρχει σοβαρό ιστορικό επιχείρημα (ειδικά στη Δύση), που να παρουσιάζει ως αυτονόητο κανόνα, την αντιμετώπιση του κλήρου ως δημοσίων υπαλλήλων. Όπου αυτό συμβαίνει, πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις στενής σχέσης κράτους και επίσημης θρησκείας (όπως Ισραήλ, Βέλγιο, Δανία και μερικές μουσουλμανικές χώρες).
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που μισθοδοτεί κληρικούς από τον κρατικό προϋπολογισμό. Είναι όμως από τις ελάχιστες όπου αυτό γίνεται σε τόσο μεγάλη κλίμακα και με τόσο άμεσο και επιτηδευμένα υπερ-προβαλλόμενο τρόπο. Στις περισσότερες χώρες, οι Εκκλησίες είτε αυτοχρηματοδοτούνται, είτε ενισχύονται μέσω ειδικών εισφορών που καταβάλλουν μόνο τα μέλη τους.
Τι συνέβη λοιπόν στους νεότερους χρόνους; Τι είναι αυτό που άλλαξε;
Εκείνο που μεταβλήθηκε πρωτίστως, ήταν ο ανθρωπολογικός τύπος του ατόμου στη Δύση. Από το ετεροαναφορικό υποκείμενο των προνεωτερικών κοινωνιών περάσαμε στο αυτοαναφορικό υποκείμενο της νεωτερικότητας. Ιστορικά, η πορεία αυτή αρχίζει με τον Ντεκάρτ και σφραγίζεται με τον Νίτσε. Από μια ύπαρξη, που αναζητούσε το νόημά της, κυρίως έξω από τον εαυτό της, περάσαμε σε μια ύπαρξη, που αναζητά το νόημά της, πρωτίστως μέσα στον εαυτό της.
Δεν είναι της παρούσης να εξετάσουμε αν αυτή η μεταβολή συνιστά πρόοδο, ή παρακμή. Αρκεί να την αναγνωρίσουμε ως ιστορικό γεγονός.
Όταν όμως αλλάζει το ατομικό υποκείμενο, αλλάζουν αναπόφευκτα και οι θεσμοί που συγκροτεί. Η πολιτική εξουσία, δεν είναι παρά η θεσμική έκφραση της κυρίαρχης ανθρωπολογίας μιας κοινωνίας.
Στη σύγχρονη δυτική προσωπική και συλλογική συνείδηση, η Εκκλησία δεν βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση. Για πολλούς δεν υπάρχει καν ως σημείο καλτ αναφοράς. Συχνά αντιμετωπίζεται ως γραφικό κατάλοιπο ενός προνεωτερικού κόσμου, που επιβιώνει κυρίως ως αντικείμενο ιστορικής, κοινωνιολογικής, ή ανθρωπολογικής μελέτης και ακόμα συχνότερα ως τριτοκοσμικό ταυτοτικό χαρακτηριστικό.
Υπ’ αυτούς τους όρους, πώς πρέπει να δούμε σήμερα τη μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα;
Από τη μία υποτίθεται ότι σε ένα δυτικού τύπου κράτος υπάρχει διάκριση κράτους και θρησκείας. Από την άλλη, το κράτος γίνεται εργοδότης ενός θρησκευτικού θεσμού. Αυτή η αντίφαση δεν είναι ισορροπία. Είναι παράκρουση και μάλιστα εντελώς αχρείαστη και εξαιρετικά προβοκατόρικη εναντίον της Εκκλησίας, όπως θα δείξω παρακάτω.
Ο μισθός ενός ιερέα είναι ένα ελάχιστο ποσό του συνολικού των αναγκών μιας μέσης αστικής ενορίας, η οποία καλύπτει από ίδιους πόρους, δεκάδες άλλες ανάγκες (Βλ 3η παρατήρηση).
Ωστόσο, το κεντρικό πρόσωπο της ενοριακής ζωής, ο εφημέριος, εξακολουθεί να μισθοδοτείται από το κράτος. Παρότι δηλαδή το 60-90% των αναγκών μιας ενορίας καλύπτεται από τη συνεισφορά των ενοριτών, η γενική εντύπωση είναι πως το κράτος ‘’πληρώνει’’ την Εκκλησία.
Ακόμη κι αν η μισθοδοσία του ιερέα σε μικρές επαρχιακές ενορίες, αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων μιας ενορίας, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός της πραγματικής δυνατότητας της Εκκλησίας να αυτοσυντηρηθεί ανακατανέμοντας τα έσοδα. Το ερώτημα, εάν η ιεραρχία της Εκκλησίας και γενικά ο κλήρος, έχει τις οργανωτικές ικανότητες που απαιτούνται, δεν είναι κι αυτό του παρόντος. Εάν δεν τις έχει, θα πρέπει να τις αποκτήσει και μάλιστα με τη συνεργία των μελών της.
Γιατί εν τέλει, ποιος φέρει την ευθύνη για την ύπαρξη της εκκλησιαστικής κοινότητας; Το κράτος, ή τα μέλη της;
Γιατί η ευθύνη της κοινότητας να μην είναι πλήρης; Γιατί η ενορία να μην λειτουργεί ως κοινότητα που έχει αναλάβει ολοκληρωτικά την ευθύνη της ίδιας της ύπαρξής της;
Το επιχείρημα ότι «ο κόσμος δεν θα το αντέξει οικονομικά» δεν στέκει. Αντέχει ήδη το 80-90% των εξόδων μιας μεγάλης ενορίας. Ο φόβος, αποτελεί απλώς ένδειξη εξάρτησης από ένα στρεβλό μοντέλο που έχει παγιωθεί ως κανονικότητα εδώ και ογδόντα χρόνια.
Το «Χριστεπώνυμο πλήρωμα» στηρίζει πράγματι σε σημαντικό βαθμό την καθημερινή λειτουργία των ενοριών. Παρ’ όλα αυτά, έχει συνηθίσει να θεωρεί αυτονόητο ότι το κράτος θα εγγυάται πάντοτε την παρουσία του ιερέα. Έτσι, δεν αισθάνεται ότι φέρει την τελική ευθύνη για την ύπαρξη και τη συνέχεια της ίδιας της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Μισθοδοσία κλήρου Μέρος 2ο
Η ελάχιστη, αλλά προβοκατόρικη συνεισφορά του κράτους στη μισθοδοσία του κλήρου, επηρεάζει στη τη σημερινή συλλογική συνείδηση της ελλαδικής κοινωνίας, που αντιμετωπίζει την Εκκλησία, κυρίως ως θεσμό δημόσιου χαρακτήρα και ως φορέα ιστορικής μνήμης, εθνικής συνέχειας, παραδόσεων και πολιτισμικής ταυτότητας. Βασιζόμενο στα ψίχουλα της μισθοδοσίας (μισό ετήσιο κόστος από το πρόστιμο του ΟΠΕΚΕΠΕ), το κράτος ασκεί επιθετική πολιτική, καθορίζοντας τη δημόσια παρουσία της, την περιουσία και το θεσμικό της πλαίσιο. Υπό αυτή την έννοια η Εκκλησία, λειτουργεί φαινομενικά ως κρατικοδίαιτος θεσμός, ενώ στην πραγματικότητα, είναι περισσότερο αυτάρκης, ως εκκλησιαστική κοινότητα.
Ο ένας ή δύο ιερείς μιας ενορίας, αντιμετωπίζονται στην πράξη ως δημόσιοι υπάλληλοι, όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από τα ίδια τα μέλη της Εκκλησίας, εκκοσμικεύοντας την Εκκλησία και υποβιβάζοντάς την, σε έναν ακόμη κρατικοδίαιτο θεσμό.
Η Εκκλησία δεν είναι ούτε δημόσια υπηρεσία, ούτε ΜΚΟ, ούτε φορέας πολιτιστικής διατήρησης, ούτε οργανισμός ψυχοκοινωνικών παροχών. Αν εκλαμβάνεται ως ένας ακόμη θεσμός κοινωνικής ωφέλειας που αξίζει να διατηρηθεί για λόγους παράδοσης, ή εθνικής ταυτότητας, τότε έχει ήδη χάσει τον εκκλησιαστικό της χαρακτήρα.
Ο πιστός, δεν είναι ένας πολίτης που επιλέγει την Εκκλησία ανάμεσα σε πολλές διαθέσιμες κρατικές, ή μη, κοινωνικές δομές. Η Εκκλησία δεν είναι πολιτιστικός σύλλογος, ούτε οργανισμός ψυχολογικής υποστήριξης, ούτε τμήμα του κράτους πρόνοιας. Δεν είναι μια δήθεν δωρεάν κοινωνική παροχή, που κληρονομήθηκε από το παρελθόν.
Η Εκκλησία είναι το κέντρο της καθημερινότητας και ο πυλώνας της ύπαρξης του πιστού. Εάν δεν είναι αυτό, τότε ούτε η Εκκλησία είναι Εκκλησία, ούτε ο πιστός είναι πιστός. Ο χριστιανός υπάρχει πρωτίστως ως μέλος της εκκλησιαστικής κοινότητας και δευτερευόντως ως πολίτης, οικογενειάρχης, ή επαγγελματίας. Μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα συγκροτείται η ίδια του η ύπαρξη.
Η Εκκλησία δεν είναι για τον πιστό ένα κατάστημα στο οποίο προσέρχεται όταν έχει ανάγκη, αλλά το σπίτι στο οποίο ανήκει. Δεν ‘’καταναλώνει’’ την Εκκλησία αλλά μετέχει σε αυτήν. Δεν είναι ξενοδοχείο στο οποίο καταλύει περιστασιακά, αλλά ο τόπος της μόνιμης κατοικίας του. Η Εκκλησία δεν είναι εταιρεία τελετών (βάπτιση, γάμος, κηδεία), αλλά η κοινότητα που δίνει νόημα σε ολόκληρη τη ζωή. Η Εκκλησία, δεν είναι σέκτα υπό κρατική προστασία. ‘’Είναι ο τρόπος ύπαρξης της Βασιλείας του Θεού μέσα στην ιστορία, η κοινότητα όπου το ανθρώπινο πρόσωπο μαθαίνει να υπάρχει ως σχέση αγάπης και ελευθερίας, μετέχοντας στη ζωή του Τριαδικού Θεού’’ (π. Νικόλαος Λουδοβίκος)
Χωρίς εκκλησιαστική κοινότητα, βιούμενη ως κέντρο της ύπαρξης του πιστού, ο χριστιανισμός μετατρέπεται σε ιδεολογία και η Εκκλησία σε κοσμικό θεσμό. Όταν η Εκκλησία παύει να είναι το κέντρο της ζωής, η πίστη γίνεται προσωπική γνώμη, η θρησκεία πολιτισμική ταυτότητα και ο χριστιανισμός, αφελές, καλτ, γραφικό, ηθικό σύστημα, που ‘’καλό είναι να υπάρχει’’.
Η λύση είναι απλή, όσο κι αν δεν αρέσει. Η Εκκλησία να σταθεί οικονομικά στα δικά της πόδια.
Θα μπορούσε κανείς να προτείνει το μοντέλο της ειδικής εκκλησιαστικής φορολόγησης των μελών της, όπως συμβαίνει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο πρόκειται για μια απρόσωπη εκκοσμικοποιημένη λύση, που εξακολουθεί να προϋποθέτει τη διαμεσολάβηση του κράτους και δε λύνει το πρόβλημα της θεσμοποίησης.
Σε εμάς ταιριάζει περισσότερο το μοντέλο των ενεργών ενοριών. Οι ενορίες που ήδη καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους, να αναλάβουν τη μισθοδοσία των ιερέων τους, τη συντήρηση των ναών και τη φιλανθρωπική τους δράση. Αν μια κοινότητα επιθυμεί ενεργή εκκλησιαστική παρουσία, τότε αυτή η παρουσία πρέπει να στηρίζεται από την ίδια την κοινότητα. Σε μικρές ενορίες (όπου ο ιερέας δεν είναι απαραίτητο να είναι διαθέσιμος 24/7), ο ιερέας μπορεί άνετα να είναι ένας επαγγελματίας που θα βιοπορίζεται από άλλο επάγγελμα, όπως ακριβώς οι επίτροποι, οι νεωκόροι και οι περισσότεροι ψάλτες σε μικρές ενορίες.
Η ύπαρξη ενοριών που αδυνατούν να συντηρήσουν ακόμη και τον ίδιο τον ποιμένα τους (πολλώ δε μάλλον, η μη ύπαρξη ιερέων), θέτει ένα βαθύτερο εκκλησιολογικό ερώτημα. Πρόκειται πράγματι για ζωντανές εκκλησιαστικές κοινότητες, ή για θεσμούς που διατηρούνται τεχνητά, μέσω της κρατικής διαμεσολάβησης; Και αν ισχύει το δεύτερο, συνιστά αυτό μια υγιή εκκλησιαστική πραγματικότητα, ή μια στρέβλωση που έχει πλέον παγιωθεί ως κανονικότητα;
ΝΑΛ
Παρατηρήσεις
1. Εύκολα βρίσκει κανείς το ιστορικό των διαδοχικών δημεύσεων του συνόλου της εκκλησιαστικής περιουσίας από το κράτος, ερχομένων με την της ίδρυσή του, 200 χρόνια πριν. Όμως η μονομερής ρητορική περί κρατικής «αρπαγής» απλοποιεί ένα πολύ πιο σύνθετο ιστορικό πλαίσιο. Η σχέση Εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα διαμορφώθηκε μέσα από συγκρούσεις, συμβιβασμούς και αμοιβαίες παραχωρήσεις. Το παρελθόν όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται επ’ άπειρον ως δικαιολογία για θεσμικές στρεβλώσεις του παρόντος.
2. Αν δούμε δημοσκοπήσεις εμπιστοσύνης προς θεσμούς, η εικόνα των τελευταίων ετών είναι αρκετά σταθερή και κατά σειρά είναι οικογένεια, ένοπλες δυνάμεις, πανεπιστήμια / επιστήμονες, πυροσβεστική, Εκκλησία, αστυνομία, δικαιοσύνη, βουλή, πολιτικά κόμματα. Και μόνο το γεγονός ότι η Εκκλησία συμπεριλαμβάνεται στους θεσμούς και αξιακά εξομοιώνεται με πολιτικό κόμμα, ή την Ππυροσβεστική (από την οποία υστερεί κιόλας), θα έπρεπε να είναι σοκαριστικό.
3. Ανάγκες μιας αστικής μέσης ενορίας, είναι πάγια λειτουργικά έξοδα (ρεύμα, νερό, κλιματισμός - θέρμανση, τηλεφωνία, Καθαριότητα, ασφάλεια), προσωπικό (ψάλτες, νεωκόροι, καθαρίστριες, γραμματειακή υποστήριξη, φύλαξη), Λειτουργικά – λατρευτικά έξοδα (κεριά, λιβάνι, λάδι, βιβλία και λειτουργικά βοηθήματα, ιερατικά άμφια και συντήρησή τους, εκκλησιαστικά σκεύη, συντηρήσεις (ελαιοχρωματισμοί , υδραυλικές - ηλεκτρολογικές εργασίες, επισκευές, κλιματιστικά - συντήρηση εικόνων και ξυλόγλυπτων), διοικητικά έξοδα (λογιστής, νομικές υπηρεσίες, φόροι και τέλη όπου επιβάλλονται), φιλανθρωπικό έργο (συσσίτια, Βοήθεια σε άπορες οικογένειες, ενίσχυση ασθενών, έκτακτες κοινωνικές παρεμβάσεις), νεανικό και ποιμαντικό έργο (κατηχητικά, κατασκηνώσεις, νεανικές δράσεις, εκδηλώσεις, ομιλίες, εκδόσεις), κτιριακές υποδομές. Πολλές ενορίες δεν έχουν μόνο τον ναό αλλά και πνευματικά κέντρα, αίθουσες εκδηλώσεων, γραφεία, ξενώνες, ενοριακά κτίρια.