Ο Ξεχασμένος Κληροδότης

2016-05-02 13:12

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ίσως η Ευρώπη να τροφοδοτείται ακόμη από τις χριστιανικές της ρίζες.

Γνωρίζει βαθιά μέσα του ο δυτικός άνθρωπος, ότι η αλληλεγγύη και ο σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο, είναι «εκ των ων ουκ άνευ» της ύπαρξής του. Ψηλαφίζει τις υψηλές αξίες στο DNA του. Γνωρίζει υποσυνείδητα ότι χωρίς την τροφοδότηση του από αυτές τις ρίζες, δεν ΖΕΙ.

Όμως, μη αναγνωρίζοντας (ίσως αιώνες τώρα) γύρω του «χριστιανικό φορέα» (εκκλησία δηλαδή), που να εκφράζει ή ακόμα και να σχετίζεται με αυτές τις αξίες σε μια σχέση αληθινή, τις αποσυνδέσει από αυτήν.

Επιπλέον έχοντας ο ίδιος απομακρυνθεί από την Κεφαλή και Ιδρυτή της εκκλησίας (αφού η ίδια η εκκλησία απομακρύνθηκε, πόσο μάλλον αυτός), προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει «εκφραστή» και πηγή των αξιών αυτών σε άλλη οντότητα (αφού νερό χωρίς πηγή δεν υπάρχει).

Κληρονόμησε δηλαδή την κληρονομιά, αλλά ΔΕΝ ΘΥΜΑΤΑΙ ΑΠΟ ΠΟΥ!

Θανόντος δε του κληροδότη, το κληροδότημα αποσυνδέθηκε από αυτόν και τώρα ο κληρονόμος ψάχνει να βρει έναν άλλο κληροδότη, ας είναι και από άχυρο! Ως κληροδότη εδώ ας εννοήσουμε την εκκλησία, και κληρονόμο τον δυτικό άνθρωπο, μηδέ του «ορθοδόξου» εξαιρουμένου. Το νέο δε κληροδότη (τον αχυρένιο) ας τον αναζητήσουμε στα αναρχικά, ακτιβιστικά, «προοδευτικά» κινήματα των τελευταίων αιώνων.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά, στην προσπάθεια να κατανοήσω, την αποστέωση του εκκλησιαστικού χώρου (μαζί με το ποίμνιο), σε σχέση με την ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό των αναρχικών και αλληλέγγυων, που δείχνουν, ίσως άτσαλα, μπερδεμένα, παραβατικά (και ίσως αναπόφευκτα εγωκεντρικά), περισσότερο και πολλές φορές μοναδικό, ενδιαφέρον για τον ΑΝΘΡΩΠΟ).

Ίσως να χει σχέση με το γραφικό, «τα μωρά του κόσμου εξέλεξατο» και το «τελευταίοι έσονται πρώτοι» και το «ως περικαθάρματα του κοσμου»; Καθότι είναι γνωστόν τις πάσι, ότι το ράσο δεν κάνει τον παπά ούτε η ‘’δήλωση’’ τον χριστιανό και ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, ούτε και εκβιάζεται από τους «αυλικούς» του.

Μπορεί να κάνω λάθος, όμως οι σκέψεις και οι προβληματισμοί ως ελευθέρως κινούμενες/νοι, είναι αναπόφευκτοι/τες.