Ορθολογισμός και τρίχες

2018-08-28 20:46

Ανέκαθεν ο άνθρωπος συντάσσεται με κάποια ιδεολογία, θρησκεία ή κοσμοθεωρία.

Ισχυρίζεται: «Πράττω αυτό διότι συνάδει ή επιβάλλεται από την ιδεολογία ή τη θρησκεία μου, την οποία ασπάζομαι οικειοθελώς».

Έτσι, διαλέγοντας μέσα από μια μεγάλη γκάμα ιδεολογιών, θρησκειών και κοσμοθεωριών, δικαιολογεί συνήθως και πρωτίστως τις ήδη υπάρχουσες προδιαθέσεις του. Νομίζει ότι επιλέγει αντικειμενικά μεταξύ των προτεινομένων ιδεολογημάτων, ενώ στην πραγματικότητα κάθε συμφωνία ή διαφωνία, κάθε σύμπραξη ή αντίπραξη, είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με τις επιθυμίες, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες και το κοινωνικό περιβάλλον του.

Γι' αυτό και οι τόσες «αντικειμενικές» διαφωνίες.

Δεν υπήρχαν ανέκαθεν ιδεολογίες που να ικανοποιούν όλα τα γούστα, διότι, ως γνωστόν, τα γούστα είναι τόσα όσα και οι άνθρωποι.

Γι' αυτό συνήθως κόβουμε και ράβουμε τις ήδη υπάρχουσες φιλοσοφίες, θρησκείες και κοσμοθεωρίες στα μέτρα μας, ερμηνεύοντάς τες κατά το δοκούν.

Δικό μας χριστιανισμό, κομμουνισμό, φιλελευθερισμό, ινδουισμό, μουσουλμανισμό, ουμανισμό, φασισμό, σιωνισμό, αναρχισμό κ.λπ.

Και όταν ούτε αυτό αρκεί, απλώς αλλάζουμε όνομα.

 

Ο αγνωστικισμός και ο ορθολογισμός

Έτσι, στην εποχή μας εμφανίζονται και νέες ταυτότητες, που επιτρέπουν στον άνθρωπο να αισθάνεται ότι έχει πάρει θέση χωρίς απαραίτητα να δεσμεύεται από ένα ολοκληρωμένο σύστημα αρχών.

Ο αγνωστικισμός, για παράδειγμα, γίνεται συχνά καταφύγιο για εκείνους που θέλουν να διατηρήσουν τις υπαρξιακές τους αναζητήσεις χωρίς να δεσμευθούν σε κάποια συγκεκριμένη μεταφυσική θέση.

«Ίσως κάτι, κάπου, κάποτε, μάλλον».

Αλλά το πραγματικά ενδιαφέρον φαινόμενο είναι ο ορθολογισμός.

Ο ορθολογισμός παρουσιάζεται συχνά ως η πίστη στη λογική, απαλλαγμένη από επιθυμίες και συναισθήματα.

Ωραία. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Ποιος ακριβώς αποφασίζει ποιος είναι ο ορθός λόγος;

Συνήθως... εγώ.

Ο καθένας μας θεωρεί τη δική του σκέψη λογική. Τη δική του κρίση αντικειμενική. Τη δική του αξιολόγηση «κοινή λογική».

Και κάπως έτσι συμβαίνει το θαύμα.

Ο δικός μου λόγος είναι ορθολογισμός. Ο δικός σου είναι προκατάληψη.

Όταν κουβεντιάζω με κάποιον και μου πετάει το φοβερό επιχείρημα:

«Ααα... εγώ είμαι ορθολογιστής!»

Δηλαδή «Εγώ πατάω στη λογική. Είμαι λογικός άνθρωπος. Δεν είμαι συναισθηματικός, επιθυμητικός, φαντασιόπληκτος».

Από εκεί και πέρα, με ύφος Πρωταγόρα, αντιμετωπίζει εσένα τον καημένο ονειροπαρμένο.

Αυτός εξ ορισμού (αφού το δήλωσε ντε), πατά στη λογική. Ενώ εσύ είσαι αιθεροβάμων.

Και το καλύτερο; Δεν χρειάζεται καν να αποδείξει ότι έχει δίκιο.

Το απέδειξε ήδη ο ίδιος για λογαριασμό του. Είναι ορθολογιστής!

 

Το πρόβλημα

Εδώ χρειάζεται μια βασική διάκριση.

Το ότι σκέφτομαι δεν σημαίνει ότι σκέφτομαι ορθολογικά.

Και το ότι ένας συλλογισμός είναι λογικά συνεπής δεν σημαίνει ότι οι προκείμενές του είναι αληθείς.

Μπορώ να κάνω έναν απολύτως συνεπή συλλογισμό ξεκινώντας από μια απολύτως λανθασμένη παραδοχή.

Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς «Χρησιμοποιείς τη λογική;»

Το ερώτημα είναι «Πάνω σε ποιες παραδοχές χρησιμοποιείς τη λογική; Και από πού προέρχονται αυτές οι παραδοχές;»

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Διότι μπορεί να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι σκεφτόμαστε ορθολογικά, ενώ στην πραγματικότητα ο συλλογισμός μας να έχει επηρεαστεί από τις επιθυμίες μας, τα πάθη μας, τις προκαταλήψεις μας, την ανατροφή μας, την κοινωνία μας, την εποχή μας και την πολιτισμική μας παράδοση.

Ο άνθρωπος δεν σκέφτεται μέσα σε κενό.

Σκέφτεται μέσα σε έναν κόσμο που ήδη του έχει δώσει γλώσσα, αξίες, έννοιες, διακρίσεις και προτεραιότητες.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Ο ορθολογιστής μπορεί να έχει δίκιο. Αλλά το «είμαι ορθολογιστής» δεν είναι απόδειξη ότι έχει δίκιο.

 

Ο Ντεκάρτ και η μεγάλη μετατόπιση

Με τον Ντεκάρτ η σκέψη του υποκειμένου αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στη νεότερη φιλοσοφία.

«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω».

Προσοχή όμως. Ο Ντεκάρτ δεν είπε «ό,τι σκέφτομαι είναι αληθινό».

Το cogito δεν είναι πιστοποιητικό εγκυρότητας κάθε ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα σημείο βεβαιότητας μέσα στην αμφιβολία: ακόμη και αν αμφιβάλλω για όλα, δεν μπορώ να αμφιβάλλω ότι υπάρχει κάποιος που αμφιβάλλει.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο σύγχρονος άνθρωπος μετατρέπει αυτή τη βεβαιότητα σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. «Εμπιστεύομαι τη σκέψη μου, άρα η σκέψη μου είναι το κριτήριο της αλήθειας».

Και τότε περνάμε από το «σκέφτομαι» στο «σκέφτομαι σωστά» και από εκεί στο «άρα έχω δίκιο».

Και κάπου εδώ ο κύκλος κλείνει.

Ο άνθρωπος γίνεται ταυτόχρονα δικαστής, μάρτυρας και δικαιωτής του εαυτού του.

 

Και οι τζιχαντιστές;

Εδώ προκύπτει ένα ενοχλητικό ερώτημα.

Όταν ένας δυτικός άνθρωπος θεωρεί τη δική του κοινωνία «ορθολογική», αλλά χαρακτηρίζει έναν φανατικό μουσουλμάνο «παράλογο», τι ακριβώς εννοεί;

Ότι ο μουσουλμάνος δεν μπορεί να κάνει συλλογισμούς; Φυσικά και μπορεί.

Ότι δεν μπορεί να έχει συνεκτικό σύστημα πεποιθήσεων; Φυσικά και μπορεί.

Το πρόβλημα είναι αλλού.

Μπορεί να ξεκινά από λανθασμένες, ή απαράδεκτες παραδοχές και να καταλήγει σε συμπεράσματα που είναι λογικά συνεπή με αυτές.

Ας πάρουμε έναν απλό συλλογισμό:

  1. Όποιος δεν πιστεύει στον Θεό είναι εχθρός του Θεού.
  2. Οι εχθροί του Θεού πρέπει να τιμωρούνται.
  3. Ο Χ δεν πιστεύει στον Θεό.
  4. Άρα ο Χ πρέπει να τιμωρηθεί.

 

Η λογική μορφή του συλλογισμού μπορεί να είναι συνεπής.

Αυτό όμως δεν κάνει τις προκείμενες αληθείς ούτε το συμπέρασμα ηθικά αποδεκτό.

Άρα δεν αρκεί να πούμε «Αυτός δεν είναι ορθολογικός».

Πρέπει να εξετάσουμε πού ακριβώς βρίσκεται το λάθος.

Στις προκείμενες; Στα στοιχεία; Στη λογική σύνδεση; Στην ερμηνεία; Στις αξίες;

Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική κριτική.

 

Δύση και Ανατολή

Και εδώ γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ο δυτικός άνθρωπος θεωρεί συχνά ότι οι δικοί του θεσμοί αποτελούν προϊόν καθαρού ορθού λόγου.

Οι άλλοι, όμως, είναι προκατειλημμένοι.

Οι δικές μας αντιλήψεις είναι «δικαιώματα».

Οι δικές τους είναι «θρησκευτικός φανατισμός».

Οι δικοί μας κοινωνικοί κανόνες είναι «πολιτισμός».

Οι δικοί τους είναι «οπισθοδρόμηση».

Οι δικές μας αξίες είναι «οικουμενικές».

Οι δικές τους είναι «πολιτισμικές ιδιαιτερότητες».

Κι εδώ αξίζει να κάνουμε μια ενοχλητική ερώτηση:

 

Πόσο πραγματικά ουδέτερος είναι ο δυτικός ορθολογισμός;

Οι σύγχρονοι δυτικοί θεσμοί δεν έπεσαν από τον ουρανό ως μαθηματικά θεωρήματα.

Διαμορφώθηκαν ιστορικά μέσα από τον χριστιανισμό, τον Διαφωτισμό, τον φιλελευθερισμό, τις επαναστάσεις, τον ατομικισμό, τον εθνικισμό, την οικονομία, την επιστήμη και αμέτρητες κοινωνικές συγκρούσεις.

Και βεβαίως περιέχουν ορθολογικά επιχειρήματα.

Αλλά περιέχουν επίσης αξιακές επιλογές.

Το να θεωρούμε μια αξιακή επιλογή «ορθολογική» δεν την απαλλάσσει από την ανάγκη να εξηγήσουμε γιατί τη θεωρούμε σωστή.

 

Το παράδειγμα του Άγγλου

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Ένας Άγγλος μπορεί να θεωρεί απολύτως αυτονόητο ότι, εάν ο πατέρας του παραβιάσει έναν νόμο, ο ίδιος οφείλει να υπακούσει στον νόμο και να μην τον προστατεύσει.

Ένας άνθρωπος σε μια άλλη κοινωνία μπορεί να θεωρεί αυτονόητο το αντίθετο. «Το παιδί προστατεύει τον πατέρα του».

Ποιος είναι ο «ορθολογικός»; Ο πρώτος; Ο δεύτερος;

 

Εδώ δεν αρκεί να πούμε ότι «ο Άγγλος σκέφτεται ορθολογικά ενώ ο άλλος είναι θρησκόληπτος».

Πρέπει να εξετάσουμε τις βαθύτερες αξίες που στηρίζουν τις δύο επιλογές.

Ο ένας δίνει προτεραιότητα στην απρόσωπη εφαρμογή του νόμου.

Ο άλλος στην οικογενειακή αλληλεγγύη.

Και οι δύο μπορούν να κατασκευάσουν επιχειρήματα υπέρ της θέσης τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο θέσεις είναι εξίσου σωστές.

Σημαίνει ότι η διαφωνία δεν λύνεται απλώς με την πανηγυρική αναφώνηση «Εγώ είμαι ορθολογιστής!»

 

Άρα τι είναι ορθολογικό;

Εδώ βρίσκεται τελικά το ερώτημα.

Τι είναι ορθολογικό και τι όχι;

Το δικό μου;

Το δικό σου;

Του άλλου;

Το σύγχρονο;

Το παλαιό;

Το δυτικό;

Το μουσουλμανικό;

Το ινδουιστικό;

Το βουδιστικό;

Το κομφουκιανιστικό;

Και ποιος αποφασίζει;

Δεν σημαίνει αυτό ότι «όλα είναι σχετικά». Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αλήθεια. Δεν σημαίνει ότι όλες οι απόψεις έχουν την ίδια αξία.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ενοχλητικό. Ότι πρέπει να μπορούμε να υπερασπιστούμε τις δικές μας παραδοχές χωρίς να χρησιμοποιούμε τη λέξη «ορθολογισμός» ως υποκατάστατο επιχειρήματος.

Γιατί το «Εγώ είμαι ορθολογιστής» δεν είναι επιχείρημα.

Όπως και το «Εγώ έχω πίστη» δεν είναι από μόνο του απόδειξη ότι η πίστη μου είναι αληθινή.

Ούτε ο πιστός δικαιώνεται επειδή πιστεύει. Ούτε ο ορθολογιστής δικαιώνεται επειδή αυτοαποκαλείται ορθολογιστής.

Και οι δύο οφείλουν να λογοδοτήσουν για τις παραδοχές, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματά τους.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε χάσει τον ορθολογισμό.

Είναι ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ορθολογικό ό,τι συμφωνεί με εμάς και παράλογο ό,τι μας διαφωνεί.

Και τότε η «κοινή λογική» παύει να είναι κοινή.

Γίνεται απλώς η δική μου λογική με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Και αυτό, ομολογουμένως, είναι πολύ πιο εύκολο από το να σκεφτόμαστε.

 

ΝΑΛ