Ποιητική Συλλογή '’Το στρείδι’’

2018-03-06 23:37

 

 

 

 

Το Στρείδι

π1 - Οκτ  2017


 

Τι φταίει αυτός αν δίπλα του, τίποτα δε φυτρώνει,

τι φταίει αυτός αν έμαθε, να ζει με μεθαδόνη,

τι φταίει αυτός αν η καρδιά, ζάρωσε από ραστώνη,

κι ας ξέρει μέσα του βαθιά, στο τέλος δε γλυτώνει,
 

Φταίει γιατί δεν πέταξε, του φόβου το βαρίδι,

που δείλιασε, ματαίωσε, το εφηβικό ταξίδι.
Αφέθηκε και βάλτωσε, στο μάντρωμα της σκέψης,
λιπόψυχος που κιότεψε, να πολεμά τις έξεις.
Σταμάτησε, με ανδρισμό μπροστά του να κοιτάει,
σα γύναιο στο παρελθόν, κολλάει και μεθάει.
Του είναι πολύ εύκολο, να σέρνεται στη θλίψη,

φταίει γιατί δε θέλησε, στα λάθη  του να σκύψει.

Έγινε στρείδι που κολλά, επίμονα στο πάθος,

τα κύματα χτυπώντας το, το δένουν με το λάθος.
Όσο το κύμα τον χτυπά, εκείνο δε θα λιώσει,

στη θάλασσα που βρέθηκε, το λάθος θα τον σώσει.
Απόφαση το πήρε πια, μαζί του να τελειώσει,

αφού φοβάται μοναχός, ποτέ του να μη νιώσει.

Καλύτερα κάτι απλό, βαρύ να με κρατάει,

παρά με κάτι που μετά, ποιος είδε που με πάει.
Καλύτερα το πάθος μου, να με στηρίζει κάτω,

παρά κάτι φανταστικό, αμφίβολο, φευγάτο.

Και ήταν τόσο εύκολο, αντί να γίνει στρείδι,

αν διάλεγε να έκανε, το εφηβικό ταξίδι.



 

Τραγικοί συνεπιβάτες

π2 - Δεκ  2017

 

Πώς αντέχει ο ταξιδιώτης,

να μην ξέρει που θα φτάσει,

πώς αντέχει να γνωρίζει,

κι επιλέγει να ξεχάσει.

 

Πώς αντέχει να αρμενίζει,

σα φελλός στ’ αβαθή,

ενώ μέσα του γνωρίζει,

πως στο τέλος θα χαθεί.

 

Πώς αντέχει το ταξίδι,

που δεν έχει γυρισμό,

κύκλους συνεχώς να κάνει,

δίχως ένα προορισμό.

 

Γεννημένος στο καράβι,

δε θυμάται την αρχή,

και λιμάνι δεν τον νοιάζει,

άμα αύριο θα βρει.

 

Κάποτε λοξοκοιτάει,

προς την απεραντωσιά,

γρήγορα σκυφτά γυρνάει,

προτιμά τη σιγουριά.

 

Το ταξίδι είναι όλα,

στο κατάστρωμα, εδώ,

όπως και γι αυτό το μαύρο,

κάτω εκεί τον ποντικό.

 

Τον ζηλεύει ώρες ώρες,

που ζει κάπου εκεί βαθιά,

και δεν πρόκειται ποτέ του,

να τον πιάσει απελπισιά.

 

Θα ποθούσε να ανταλλάξει,

την κατάσταση αυτή,

με το μαύρο επιβάτη,

που μαζί του θα θαφτεί.

 

Να ζει κάτω εκεί στ' αμπάρια,

να μη βλέπει φως ημέρας,

να μην ξέρει αν ταξιδεύει,

ούτε αν κάπου υπάρχει πέρας.

 

Λέγε λέγε, για ταξίδια,

κι επιβάτες τραγικούς,

ένιωσα και ‘γω για λίγο,

σαν αυτούς τους ποντικούς.




 

Τα πάθη μου

π3 - Φεβ 2017

 

Τα πάθη μου δε μπόρεσα,

κι απόψε να κρατήσω,

κι έβαλα πάλι πυρκαγιά,

που δε μπορώ να σβήσω.

 

Λιώμα να γίνω προσπαθώ,

ν’ αρχίσω να μουδιάζω,

απ' το πολύ το βάρος μου,

σιγά-σιγά να αδειάζω.

 

Δεν είναι πλέον δυνατόν,

εγώ να φταίω πάλι,

σίγουρα φταίξανε ξανά,

εσύ και όλοι οι άλλοι.

 

Ο φίλος μου ο πιο στενός, το πάθος, με στεγνώνει.

εγώ όλος του δίνομαι κι αυτός μ’ αποτελειώνει.

 

Κάνω ένα βήμα μπρος ξανά,

και πάλι δέκα πίσω,

τα πάθη μου δε γίνεται,

κι απόψε να τ’ αφήσω.

 

Μαζί τους έχω ζυμωθεί

κι αυτά μαζί με μένα,

να τα χτυπήσω θα 'πρεπε,

μα εγώ χτυπώ εσένα.

 

Κάνε κουράγιο, κάποτε,

όλα αυτά σβήσουν,

σε 2 μέτρα μες τη γης,

δεν θα μπορούν να ζήσουν.

 

ΝΑΛ

*  Δεν είναι μονόλογος άνδρα προς γυναίκα, αλλά ανθρώπου προς άνθρωπο



 

Εδώ ο κόσμος καίγεται …

π4 - 06/3/2018


 

Το ξέρουμε είναι δύσκολο,

τη φύση να υπερβούμε,

και απ’ το άγχος της ζωής,

με μιας ν’ απαλλαγούμε.

 

Από τα βάτα τα πυκνά,

σ’ ανοιχτωσιά να βγούμε,

απ’ της ζωής την ομορφιά,

και μεις να εκπλαγούμε.

 

Όμως δεν είναι πανικός,

που πρέπει να μας ζώνει,

ούτε ο φόβος  την ψυχή,

πρέπει να μαραζώνει.

 

Γιατί αν θολώσουμε  το νου,

και η καρδιά δειλιάσει,

αφέντες πια δε θα ‘μαστε,

μα της ζωής κομπάρσοι.

 

Αρρώστια έχει το μυαλό,

σενάρια να στριμώχνει,

αράχνη που στα δίχτυα της,

τη λογική μας σπρώχνει.

 

Τα έσχατα ο άνθρωπος,

νομίζει ότι βιώνει,

με υπερβολές και ψέματα,

το νου του εξιλεώνει.

 

Φοβάται μέσα του πολύ,

το αύριο τι θα φέρει,

πως έγιν’ έτσι η ζωή,

σκέφτεται κι υποφέρει.

 

Να μη γεννιόταν θα’ θελε,

μες τη ζωή ετούτη,

χαλάλι όλα τα ‘δινε,

και δόξα και τα πλούτη.

 

Ποτέ του να μην είχε μπει,

στα βάσανα του βίου,

ζωής να μη γευτεί χαρά,

μήτε και εμποδίου.

 

Ζωή ανολοκλήρωτη,

μέσα στη αγωνία,

να του περνάει απ’ το,

μυαλό συχνά η αυτοκτονία.

 

Παλιά ήταν καλύτερα,

κλαίμε κι αναπολούμε,

εύκολα απ’ τις σκέψεις μας,

δε θα απαλλαγούμε.

 

Μας πνίγει η απογοήτευση,

ειρήνη δε θα βρούμε,

αν χάσουμε το χρόνο μας

συνέχεια αν θρηνούμε.

 

Ζήσανε λέμε οι  παλιοί,

με άλλα δεδομένα,

γι αυτούς νομίζουμε η ζωή,

ρόδα είχε στρωμένα.

 

Ίλιγγος και απελπισιά,

πολύ συχνά μας πιάνει,

σίγουρα πριν την ώρα μας,

αυτή θα μας ξεκάνει.

 

Σταμάτα να μοιρολογάς,

σαν τον τεμπέλη εργάτη,

πως πριν, ήταν καλύτερα,

είναι μεγάλη απάτη.

 

Είναι, μονάχα πρόφαση

και δικαιολογία,

του πάθους μας του αρχέγονου,

η μεθοδολογία.

 

Είναι σαν να αμφιβάλλουμε,

πως άλλος Νους φροντίζει,

κι ότι στα ζάρια η φύση μας,

όλους μας ξεκληρίζει.

 

Όμως αυτό δε γίνεται,

εκτός κι αν Είναι ψέμα,

κι ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό,

είναι τυχαίο θέμα.

 

Ούτε μια ώρα στη ζωντανός,

κανένας δεν αντέχει,

μονάχος του αν αφεθεί,

μες τη ζωή να τρέχει.

 

Μονάχοι ότι δεν είμαστε,

καθένας μας γνωρίζει,

ένα αεράκι δροσερό,

μέσα μας ψιθυρίζει.

 

Ο άνθρωπος απ’ αυτό

το αγέρι αν γεμίσει,

χίλιες φορές μες τη ζωή,

θα ήθελε να ζήσει.

 

Περίπατος, ανοιξιάτικος,

στην ανθισμένη φύση,

που πέρα απ’ τη ζωή αυτή,

μπορεί να συνεχίσει.

 

ΝΑΛ
 

 

Who wants to live forever 2

π.05  22 Μαρ 2018

 

Αν δεν πεθαίναμε ποτέ, γιατί να ερωτευθούμε,

και την αιωνιότητα, μ’ άλλον να μοιραστούμε;

σίγουρο είναι σύντομα, πως θα τον βαρεθούμε,

και μ’ έναν άλλο έρωτα, γρήγορα θα βρεθούμε.

 

Μα αυτό δεν είναι έρωτας, είναι του άλλου χρήση,

που δεν αρκεί ανθρώπινη, ζωή να συντηρήσει,

γρήγορα θ’ απογοητευτεί, και θα τονε μισήσει

κι ο ζωντανός ο θάνατος, την πόρτα θα χτυπήσει,

 

Τίποτα άλλο δε μπορεί, να τον παρηγορήσει,

μονάχα αυτό το σάστισμα, τον κάνει ν’ απορήσει,

τον κώδικα το μυστικό, ν’ αποκρυπτογραφήσει,

πως τ’ άδειασμα κατάφερε, διπλά να τον γεμίσει.

 

Από τη φλόγα π’ άναψε, φωτιά θα επιθυμήσει,

την ηδονή της έκπληξης, πρέπει να συντηρήσει,

είναι η φύση του τρεπτή, μην τον αποπλανήσει,

άναψε σβήσε τη φωτιά, σιγά σιγά θα σβήσει,

και κόλασή μας γίνεται, αυτό το αλισβερίσι.

 

Ερωτικά αν ζει καθημερινά, δίχως να σταματήσει,

τον άλλο να εμπιστεύεται, χωρίς να προσπαθήσει,

μ’ αγάπη καταπιεστική, τον άλλο να συνθλίψει,

μαθαίνει μ’ έκπληξη πολλή, αν δεν λιποταχτήσει,

μπορεί αλλιώτικα να ζει, θάνατο να νικήσει.

 

ΝΑΛ

 

Σημείωση:

Ως έρωτας εδώ, νοείται η εμπειρία της απόλυτης

αυτοπροσφοράς στον άλλο και όχι της χρήσης του άλλου Ως πίστη και ἐμπιστοσύνη.

Άλλωστε δεν είχα σκοπό να γράψω πορνογράφημα.


 

Η καλύβα

π.06  Σεπ 2018

 

Την καίω την καλύβα μου,

να μην την τρων οι ψύλλοι,

να μη μου κρύβει ουρανό

και ήλιο π’ ανατείλει.

 

Μέσα σε πέτρες κι άχυρα,

μη θάψω την ελπίδα,

μη βολευτώ στη σιγουριά,

μη πέσω στην παγίδα.

 

Μόλις την κάψω ο άμοιρος,

και ανασάνω λίγο,

νομίζω αμέσως μπόρεσα,

τους ψύλλους να ξεφύγω.

 

Μα δίχως καθυστέρηση,

αμέσως φτιάχνω άλλη,

ελεύθερος δε θα γενώ,

αν δεν την κάψω πάλι.

 

ΝΑΛ