Ποιητική Συλλογή '’Το Θλιμμένο Αγριογούρουνο’’

2018-02-14 10:21

‘’Το Θλιμμένο Αγριογούρουνο’’

 

 

Τέλη 2017 - 2018

 

 


Προσευχή Ευγνωμοσύνης

π.01, 6 Νοε 2017

 

Ευχαριστούμε πολύ Θεούλη μου,

που τα προβλήματά μας είν’ αυτά,

να ... ξέρεις να ...

…. αν, ειν’ καλά τα θρησκευτικά

και … επίσης ….

 

Αν, αδικήθηκε ο Αμίρ,

αν, παχαίνει το κεφίρ.

 

Αν, η σύνταξη ειν’ εντάξει,

αν, έχει πρόσφυγες η τάξη.

 

Αν, ο μισθός, μειώθηκε,

κι αν το σεξ τονώθηκε.

 

Αν, Κυριακή θες να δουλεύεις,

ή, το μυαλό να ξεμπερδεύεις.

 

Αν, ειν’ ελληνικά φέτος τα γίδια,

αν, τρως Σαρωνικού σαφρίδια.

 

Αν, μας τσακίζουν τα κοντρόλ,

ή, κι αυτά ειν’ ένα τρολ.

 

Αν, μας πιάσει η εφορία,

κι αν, υπάρχει σωτηρία.

 

Αν, βρεθούν λεφτά στο στρώμα,

σαν πεθάνεις κι είσαι χώμα.

 

Αν, φοβάσαι τα μικρόβια,

αν, αυξήσαν τα διόδια.

 

Αν, το κλέφτη θα τον πιάσεις,

αν, τον τραχανά θα λιάσεις.

 

Αν, Πειραιώς - Μαρινάκης, παν’ μαζί,

αν, ξανάρθαν οι ναζί.

 

Αν, μπλέκει κράτος κι Εκκλησία,

αν, υπάρχει αθανασία.

 

Αν, ειν’ αυτό κομμουνισμός,

αν, φταίει για όλα ο τουρισμός.

 

Αν, δεν τρως να μην παχύνεις,

αν, νερό βρύσης δεν πίνεις.

 

Άμα, τατουάζ χτυπήσεις,

αν, τα μπράτσα σου τα χτίσεις.

 

Αν, εμβόλια δεν κάνεις,

αν, στα εκατό πεθάνεις.

 

Αν, σε θάψουν ή σε κάψουν ,

αν, τα εγγόνια σου σε κλάψουν.

 

Αν, μας πάει η ευθανασία,

αν, μας φάει η αναισθησία.

 

Αν, το μπούλινγκ μας πειράζει,

αν, το μέλλον μας τρομάζει.

 

Αν, η Ελλάδα μας θα ζήσει,

αν, πειράζει το χασίσι.

 

Αν, οι Τούρκοι είναι φίλοι,

αν, σου σβήνουν το καντήλι.

Αν, θα σπάσεις τζάμια απόψε,
ή, τη μαλακία κόψε.

Αν, μας φάνε οι μουσουλμάνοι,
κι αν αρκούν οι πολιτσμάνοι.

 

Αν, ο Σώρρας θα μας σώσει,

αν, σου λείπει τόση γνώση.

 

Αν, οι άλλοι μας ψεκάζουν,

αν, τα νεύρα μας τα σπάζουν.

 

Αν, ηρώων απογόνοι,

ή, των κατσαπλιάδων γόνοι.

 

Αν, δεν πας πια στις Μπαχάμες,

αν, βολεύεσαι Μπραχάμες.

 

Αν, ακρίβυναν τα αγγούρια,

αν, θα βγούμε απόψε γιούργια.

 

Αν, τρακάρουν οι φρεγάτες,

αν, φροντίζουμε τις γάτες.

 

Αν, οι ξένοι είναι φίλοι,

αν, κρυώνουνε οι σκύλοι.

 

Αν έξαφανιστεί η πλάση,

αν η αγελάδα κλάσει.

 

Αν, οι Γερμανοί μας φταίνε,

ή, ειν’ η κούτρα μας, που λένε.

 

Αν, το φύλο σου σε καίει,

αν, οι γκέυ ειν’ οκέυ.

 

… και άλλα τέτοια ...

 

Δόξα τω Θεώ!

Αμήν

 

ΝΑΛ

 

  

 

Απάντηση της .......

π.02

 

Στη γωνιά του εκεί  σκυμμένος,

μες στις σκέψεις βυθισμένος,

κάθεται ο ....... ο καημένος.

 

Του έρχεται απόψε πάλι,  

στης εμπνεύσεως τη ζάλη,

ποιηματάκια να μας γράψει,  

τα όνειρά μας να  χαράξει.

Του ‘χω πει χίλιες και μια,   

όλη μας η κομπανία,

πως δεν δίνει δύο δεκάρες,

γι άρες μάρες κουκουνάρες.


Εκείνος όμως πάλι,

δεν βάζει κάτω το κεφάλι.

Το καλάμι παίρνει ευθύς

και τη βλέπει ποιητής.

ΝΓ



 

Ο Γκρινιάρης Δ.Υ.

π. 03 2 Δεκ 2017

 

Άλλη μια μέρα αρχινά,

με πίεση μεγάλη,

σιχαίνομαι που ξεκινώ,

για τη δουλειά και πάλι.

 

Σιχαίνομαι εσένανε που,

βλέπει η όραση μου,

μάλλον εσύ 'σαι όπως λέν,

η μαύρη κόλαση μου.

 

Όλη τη μέρα καθισιό,

πιάστηκαν τα μεριά μου,

μου φαίνεται πως για φευγιό,

έφτασε η σειρά μου.

 

Έχω να πάρω άδεια,

πάνω από πέντε μέρες,

συνθήκες απαράδεκτες,

κι είμαστε και ... πατέρες !!!!

 

Δουλειά, μαρτύριο σωστό,

πεντάωρο βαράω,

μα τι να κάνω ο δυστυχής,

εγώ όλα τα τραβάω

 

Ακόμα δε ξημέρωσε,

κι εύχομαι νάταν βράδυ,

να κοιμηθώ ξανά βαθιά,

σαν πέσει το σκοτάδι.

 

Αυτή η μέρα δεν περνά,

να φύγει να τελειώσει,

κουράστηκα κι αναζητώ,

η νύχτα να ζυγώσει.

 

Σπίτι γυρνώ ολοταχώς,

από τον τάφο βγαίνω,

σε άλλο τάφο για να μπω,

αχ τι τραβώ ο καημένος.

 

Φαΐ είν' αυτό, δεν πρόκειται,

απόψε να χορτάσω,

αυτό που μου μαγείρεψες,

δε θα το δοκιμάσω.

 

Όχι πως είμαι νηστικός,

μα θέλω να ξεσκάσω,

είναι ένας τρόπος το φαΐ,

τη μέρα να ξεχάσω.

 

Ύπνος με παίρνει μονομιάς

σαν φάω και χορτάσω,

ούτε καν στο κρεβάτι μου,

δε πρόλαβα να φτασω.

 

Στον καναπέ κοιμήθηκα,

πάλι σαν το μοσχάρι,

οι άλλοι γύρω μου ξανά,

μου κάνανε τη χάρη.

 

Ξυπνάω λιώμα ο άμοιρος,

και τώρα τι να κάνω,

άλλη μια μέρα πέρασε,

άλλη μια μέρα χάνω.

 

Πάλι να φάω, είναι αργά,

άσε που 'χω παχύνει,

μπρος την ΤV τι άλλο πια,

να κάνω, έχει μείνει?

 

Καλή η διασκέδαση,

πνιγήκανε πεντέξι,

καλυτερα στον καναπέ,

εκεί έξω ποιος ν'αντεξει.

 

Κι η στρίγγλα αυτή στο πλάι μου,

στο κινητό μιλάει,

όλη την ώρα μπικουτί,

κάνει και μου τη σπάει.

 

Τη σύνταξη ονειρεύομαι,

και μια γυναίκα άλλη,

σε άλλη χώρα, μαγική,

να ξαναζήσω πάλι.

 

ΝΑΛ




 

Tο πάρτυ

π. 04 10 Δεκ 2017

 

Λοιπόν, όλοι, τώρα τελευταία, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης δηλαδή, αναφέρονται σε μια ΕΕ σε διάγει σε ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ κρίση.

Ότι τάχα μου δηλαδή οι λαοί,

·         δεν συμφωνούν ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΩΣ με την πολιτική της ΕΕ,

·         έχουν σοβαρές ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ διαφορές,

·         ότι το ΑΙΜΑ νερό δε γίνεται,

·         το ένα μας ξινίζει και το άλλο μας βρωμάει,

·         άλλη ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ βρε αδερφέ ο ένας κι άλλη  ο άλλος,

·         ότι, άλλο το π…….. του ναύτη κι άλλο του καντηλανάφτη, κοκ.

 

Καλά κρασά, που λέμε και στην Οξφόδρη.

Τα πράγματα είναι λίγο πιο κυνικά.

Όλες οι γκόμενες-οι είναι καλές στο πάρτυ. Η διαφορά φαίνεται την άλλη μέρα το πρωί. Μόνο άμα είσαι καλό παιδί κι έχεις καλό σκοπό, κάνεις υπομονή και συμβιώνεις. Αν μόνο θες το γλέντι, ο άλλος είναι ΠΑΝΤΑ μάπα.

Και τώρα μπόνους για την υπομονή σας, το ποιηματάκι!

 

 

 

 

Tο πάρτυ

π. 04 10 Δεκ 2017

 

Άμα θες να σ’ αγαπήσω,

δώσε μου πολλά να ζήσω.

την ζωή μου να κρατήσω,

τίποτα να μη ρωτήσω.

 

Τώρα που ‘μαστε σε κρίση,

οι λαοί δε είναι ίσοι,

κι η αγάπη δε κρατάει,

άμα όλο λεφτά ζητάει.

 

Όταν όλοι το γλεντάμε,

την αλήθεια δεν κοιτάμε,

το μυαλό μας το μεθάμε,

τη ζωή μας ξεγελάμε.

 

Σαν τα βόδια τρώμε, σκάμε,

την ψυχή μας ξεπουλάμε.

μες στη κοπριά βουτάμε,

τίποτα δεν εκτιμάμε.

 

Όλο τρώμε, όλο πεινάμε,

αδιάκοπα γελάμε,

μέσα μας βαθιά πονάμε,

ότι σπέρνουμε, τρυγάμε.

 

Απ’ το λήθαργο ξυπνάμε,

μόλις δούμε πως γερνάμε

τη ζωή μας λαχταράμε

που μας ξέφυγε ζητάμε.

 

Βάλε μία από τα ίδια,

έχουμε πολλά σαφρίδια.

 

(Σημ. : Τα σαφρίδια είναι άσχετο αλλά τό ‘βαλα γιατί ταίριαζε η ομοιοκαταληξία και ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να πετύχει μια ρίμα … !!!!!)

 

ΝΑΛ







 

 

Οι ιδεολόγοι

π. 05, 16 Δεκ 2017

 

Γεμίζουν φράχτες νοητούς,

προκρούστιες στήνουν κλίνες,

βαριές κουρτίνες φράζουνε,

των σπλάχνων τους τις μνήμες.

 

Αδύνατο είναι να σωθούν,

απ' την φαντασία,

στη λογική τους δώσανε,

μεγάλη σημασία.

 

Μέσα στα όρια σκέφτονται,

ποτέ δεν παρεκκλίνουν,

απόλυτη είναι η γνώμη τους,

ρε, τι ληγμένα πίνουν.

 

Με παρωπίδες πάντοτε,

δίκιο νομίζουν έχουν,

με την ορμή του βουβαλιού,

προς το γκρεμό όλο τρέχουν.

 

Σαν υποζύγια σωστά,

λουριά τους οδηγούνε,

απ' το χωραφάκι τους,

ποτέ τους δε θα βγούνε.

 

Με γκέμια δένουν την ψυχή,

στο νου λογοκρισία,

στη λογική χαρίσανε,

γλυκιά  ευθανασία.

 

Μέσα στις αντιφάσεις τους,

κάνουν  πολλή βαβούρα ,

βρομίζει ο εγκέφαλος,

απ’ την πολλή σαβούρα .

 

Μ’ άλλον ποτέ δε θα βρεθούν,

εκτός αν τον τρακάρουν,

ή στα μισά της διαδρομής,

ένα άλλο κάρο πάρουν. (κωλοτούμπα)

 

Οι ράγες που καβάλησαν,

σίγουρο έχουν τέλος,

αδύνατο να παν αλλού,

βουλιάζουν μες το έλος.

 

Καλύτερα να πας παντού,

με ένα τρελού καλάμι,

παρά στο τραμ του συνετού,

να τριγυρνάς Μπραχάμι.

 

Το δηλητήριο του νου,

είναι η ιδεολογία,

αναπηρία του μυαλού,

παθών δικαιολογία.

 

Είναι αρρώστια της ψυχής,

κι έχει δικαιολογία,

μπορεί ίσως να θεραπευτεί

απ' την υποκρισία.

 

Φτάνει να θέλει ο ασθενής,

κάτι κι αυτός να δείξει,

πως θέλει να θεραπευτεί,

και το μυαλό ν' ανοίξει.

 

ΝΑΛ

 

 

 

 

Ήρθαν τα Χριστούγεννα και ..........

π. 06, 26 Ιαν 2017

 

Τίτλοι Ειδήσεων

''Ο κόσμος δεν έχει λεφτά να βάλει πετρέλαιο''

''Δεν πέφτει καρφίτσα στους χειμερινούς προορισμούς''

''Μαύρα Χριστούγεννα από τη φτώχεια''

''Sold out στα πακέτα διακοπών εξωτερικού''

Επειδή έχω εντελώς μπερδευτεί με τους τίτλους Ειδήσεων που περιγράφουν την κατάσταση στην Ελλάδα, έγραψα κι άλλο ποιηματάκι.

Όμως διαβάστε το ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑ!!!

 

Ήρθαν τα Χριστούγεννα και ..........

 

Τα φρου φρου κι αρώματααααα,

ποτέ δεν ειν' πολλαάααα,

ήρθαν τα Χριστούγενναααα,

κι η Πρωτοχρονιάαααα.

 

Στενάζουν γαλοπούλεεεεες,

κλαινέ τα χοιρινάααααα,

ήρθαν τα........

 

Φαγιά όλο το χρόνοοοο,

φαγιά πάλι ξανάαααα,

καποιός μας καταράστηκε,

με την αχορτασιαάαααα.

 

Δίπλα μας κι αν πεθαίνουνεεεε,

δε μας αφοράααααα,

ήρθαν τα........

 

Γιορτές με συγγενείς,

ευκαιρία για καυγάααααααα,

ήρθαν τα........

 

Μεσά σ'αυτή τη κρίση,

οι πτήσεις έχουν κλείσει

δεν πρόλαβα Παρίσι,

με τέτοια γκαντεμιάααααα.

 

Ψάχνω για Ταϊλάνδη,

Μαλδίβες κι Αμστερντάααααμ,

μα ούτε ΄κει δε βρίσκωωωωω,

θα πάω Καϊμακτσαλάααααν.

 

Και για το ρεβεγιόοοοον,

στριμώχνομαι το ζώοοοοον,

μεσά σε μια γωνιάααααα,

τζάμπα κι η κουστουμιάαααα.

 

Στην πλάτη κι άλλος χρόοοονος,

φορτώνεται ξανάααα,

κι ολοί μας ξεφαντώνουμεεεεεε,

μες τη τρελή χαράαααα.

 

Χτυπά κι αυτή η καμπάααανα

τον ύπνο μας χαλάααα,

να 'ξερα ποιοι πηγαίνουνε,

σ' αυτή τη Λειτουργιάααααα.

 

Γλεντάμε τη γιορτήηηηη,

μες την ανεμελιάαααα,

ποιος είναι Ο Εορταζόμενος,

πειτέ μου ρε παιδιάαααα.

 

(και μια στροφή κλεμμένη από άλλο ποιητή ...)

 

Είσαι αμαρτωλήηηηη,

Δε σε θέλω πιααααα,

ήρθαν τα Χριστούγενναααααααα,

κι η Πρωτοχρονιάαααααα!!!

ΝΑΛ
 



 

 

Ο κουμπάρος

π. 07, 28 Δεκ 2017

 

Συνεχώς χαμογελάει,

την ψυχή του δε χαλάει,

τη ζωή του τη γλεντάει,

την καρδιά του σπαταλάει.

 

Σκυλί που ολό γαυγίζει,

ποτέ δε καβγαδίζει,

τη ζωή μας ζωγραφίζει,

τη σκοτούρα μας φωτίζει,

όλα τα καταβροχθίζει.

 

Πολύ πίνει, δε μεθάει,

τη φιλία την τιμάει,

κοντομάνικα φοράει,

νταηλίκια δε μασάει.

 

Λαϊκός, δε λαϊκίζει,

στη ζωή δεν πιθηκίζει,

την ψυχή μας δε ζαλίζει,

χρυσός που δε γυαλίζει.

 

Να παλεύει έχει μάθει,

μέσα απ' τα πολλά του λάθη,

μα ποτέ του δε θα σπάσει,

απ' τη ζωή δε θα το σκάσει.

 

Όλοι τον αναγνωρίζουν,

σε αναμνήσεις τον βυθίζουν,

γλώσσα μέσα αυτός δε βάζει,

όλους θα τους σχολιάζει,

μα ποτέ του δε γκρινιάζει.

 

Πόνο έχει που τον κρύβει,

μα αυτό δεν τον συνθλίβει,

στη ζωή του έχει μάθει,

πως πληρώνονται τα πάθη.


ΝΑΛ



 

 

 

Η Δικαιολογία

π. 08, 01 Ιαν 2018

 

Δεν είναι που δεν ξέρουμε,

πως νέος χρόνος μπαίνει,

και με φορτίο ασήκωτο,

την πλάτη μας βαραίνει.

 

Δεν είναι πως χαιρόμαστε,

που η ζωή μας φεύγει,

και πως το αύριο ευτυχώς,

κανένας δε διαλέγει.

 

Είναι που αισθάνεσαι γιορτή,

όταν με άλλους είσαι,

και για να γίνεται αυτό,

κάθε ευκαιρία ζήσε.

 

Όλοι το ξέρουν, είν' γνωστό,

πως ο παράδεισος κι αυτός,

κόλαση είναι σωστός,

άμα είσαι μοναχός.

 

Γι αυτό, εύχομαι λοιπόν!

 

Φέτος με άλλους να βρεθείς

σαν σε μυσταγωγία,

κι ας είναι ο χρόνος που 'ρχεται,

απλή δικαιολογία.

 

ΝΑΛ

 

 

 

 

 

Ποιητική πενταλογία με τίτλο ‘’Ο Πεντάλογος του Γύφτου’’ 

π. 09, 13 Ιαν 2018

 

Μέρος 1ον (προοίμιον-η απελπισία)

 

ΈΝΦΙΑ στο εξοχικό,

πίεση στη δουλειά μου,

διακόσια έφτασα κιλά,  

έχασα τα μυαλά μου.

 

Ποιος μπορεί να εξηγήσει

πώς θα βγω απ’ την κρίση

πριν αρχίζω το χασίσι,

και το μέσα μου μαυρίσει.

 

Μες την τόση αγωνία,

μόνη λύση η αυτοκτονία,

μα ας περιμένω λίγο,

μπας κερδίσω το λαχείο.

 

Για τα χάλια μου τα μαύρα

κι έγινα φωτιά και λαύρα,

άλλοι είναι η αίτια,

γι αυτή την αδικία.

 

Μέρος 2ον (κυρίως μέρος-οι άλλοι)

 

Ένας τρόπος για να ζήσω,

άμα δεν αυτοκτονήσω,

είναι μύθους να αρχινίσω.

 

Γύρω μου εχθρούς να στήσω,

μήπως έτσι απαντήσω ,

στου μυαλού τη σαστιμάρα,

της καρδιάς μου την τρομάρα.

 

Μέσα μου να τα ταιριάξω,

κι εμένα να απαλλάξω,

από όλη την ευθύνη,

μπας και βρω λίγη γαλήνη ,

πριν αρχίσω κοκαΐνη.

 

Γιατί, όπως ξέρουν όλοι,

η ψυχή έχει τριβόλι,

κι ειν’ αδύνατο να ζει,

άμα κάποιον δε μισεί.

 

Δε μπορεί να αναπνέει,

άμα κάποιος δεν της φταίει,

συνεχώς να μυξοκλαίει,

πως της λείπουν οι αρχαίοι.

 

Ολοένα αναμασάει,

η Ευρώπη μας κλωτσάει,

γίναμε οι τελευταίοι,

γιατί φταίνε οι Ευρωπαίοι.

 

Μες την τόση αναλγησία,

ο Θεός θα προστατέψει,

εμάς μόνο θα μας βολέψει,

το ‘χουν τόσοι προφητεύσει.

 

Είναι δαίμονες οι άλλοι,

σε καλό δε θα τους βγάλει,

θα σωθούμε οι ονειροπόλοι,

κι όχι οι άλλοι οι διαόλοι.

 

Είναι κι η μικρή οθόνη,

που τα βράδια μας στοιχειώνει,

την ψυχή μας ξεριζώνει.

 

Τίποτα πια δε μας σώνει,

είναι όλοι τους μασώνοι,

τόπε χτες και η Κοτσώνη.

 

Άσε πια, οι μετανάστες,

αυτοί είναι λένε οι δράστες,

κι όχι οι ψηλές οι κάστες,

της πατρίδος οι δυνάστες.

 

Κι όλοι αυτοί που μας χρωστάνε,

με το ζόρι μας τραβάνε,

να δουλέψουμε ζητάνε!!!

τους γεννήσαμε ξεχνάνε!!!

 

Απ’ αυτή την κατηφόρα,

ποιος μπορεί να σώσει τώρα,

άμα είχαμε το Σώρρα,

θα ξεχρέωνε η χώρα.

 

Πάντα κάποιος, άλλος φταίει,

μια συνωμοσία ρέει,

όλοι γύρω είναι Εβραίοι,

και η χώρα καταρρέει.

 

Μέρος 3ον (το παραμύθι)

 

Για να ‘βρω την παρηγόρια,

απ' αυτή τη στεναχώρια,

φτιάχνω το παραμυθάκι,

και νομίζω το γυφτάκι,

με μπλε μπουκαλιού καπάκι,

πως ξεχρέωσα λιγάκι.

 

Ψάχνω λίγη σιγουριά,

θα με σώσουν τα φλουριά,  

χρήμα χώνω στα συρτάρια,

και τις πέρλες στα ντουβάρια.

 

Κι αν πεθάνω δυστυχώς,

δε θα καταλάβω πως,

μπορεί να παλεύεις κι όμως,

στη ζωή μας είναι νόμος,

λάθος παίρνεις μονοπάτια,

με της τσέπης σου τα μάτια.

 

Να το κάνουμε λιανά,

για όσους θέλουν κορβανά,

δυστυχία είναι να βλέπεις,

με τα μάτια σου της τσέπης.

 

Μέρος 4ον (Επίμετρον ποιήματος -Σπρινταριστόν-χέβυ μέταλ στάιλ)

 

Εφεύρεση ελλαδική,

ξάπλα δικαιωματική,

διαφορά φυλετική,

ευτυχία δανική.

 

Ηδονή εθιστική,

μπόχα αποπνικτική,

σαλτιμπάγκοι αυτιστικοί,

κρίση ευεργετική.

 

Πάλη δήθεν, ταξική,

και ο φθόνος πάντα εκεί,

αλητεία κυνική,

ασθένεια μεταστατική.

 

Ράβδος επισκοπική,

απόλυτα συστημική,

μ’ όραση μυωπική,

λύση δίνει εμπορική.

 

Δήμος φαυλοκρατικός,

κυρίαρχος νευρωτισμός,

δεν έμεινε ένας γνωστικός,

θάνατος ομαδικός.

 

Μέρος 5ον

2ο επίμετρον ποιήματος (καταλυτικόν - αυτογνωσιακόν - εξαγνιστικόν)

 

Κάποιος μου ‘πε, ‘’ο κόσμος είναι,

σαν τη μούρη σου κρετίνε,

όλα όσα γύρω βλέπεις,

της ψυχής σου ο καθρέπτης’’.






 

Τα χρυσόψαρα

π. 10 - 21 Ιαν 2018

 

Πώς είναι κάποιοι δυνατόν,

έθνη να διοικήσουν,

εάν μια, είναι η έννοια τους,

στομάχια να γεμίσουν.

 

Να προσπαθούν οι αφελείς,

ΟΝΟΜΑΤΑ να ‘λάξουν

όταν μονάχα νοιάζονται,

τους φόρους να εισπράξουν.

 

Χωρίς αισχύνη βάλθηκαν,

τους άλλους να διδάξουν,

ενώ ο ίδιοι μέσα τους,

δε μπόρεσαν να φτιάξουν.

 

Δήθεν με πάθος προσπαθούν,

όλους να τους φροντίσουν,

απ' το μυαλό τους θα 'πρεπε,

ίσως να ξεκινήσουν.

 

Θα καταλάβουν κάποτε,

ότι μαζί με τ’ άλλα,

χρυσόψαρα είναι κι αυτοί,

και κολυμπούν στη γυάλα.

 

Mε ένα νόμο είπανε,

την κρίση, αυτοί θα σβήσουν,

όσα κι αν έχουν οι άνθρωποι,

δε φτάνουν για να ζήσουν.

 

Όσο κερδίζει ο τραγικός,

πάντοτε θέλει κι άλλα,

μην πολεμάς γι ονόματα,

για χρήμα παρακάλα.

 

Η συνταξούλα να ΄ναι καλά

δημόσιο και κουτάλα,

τα ονόματα είναι ασήμαντα,

χρυσόψαρα στη γυάλα.

 

ΝΑΛ

 

 

 

Who wants to live forever

 π.11 - 2 Μαρ 2018

 

Αλίμονο ποιος θα 'θελε,
πάντα παιδί να μείνει, 
να μη γνωρίσει τη ζωή,
μεγάλος να μη γίνει.

 

Ποιος θα 'θελε στα δεκαοχτώ,
μόνιμα να κολλήσει,
πως είναι μόνος του να ζει,
ποτέ να μη γνωρίσει.

 

Εικοσιπέντε κι ίσως να 'μενε,
λιγάκι παραπάνω,
κάποια στιγμή όμως θα ‘λεγε,

''να δω τι άλλο χάνω'',

 

Στα τριάντα να 'μενα,

αχ τι καλά που θάταν,

μια δουλειά να ‘χα καλή,

να ζούσα στο Μανχάταν.


Τριανταπέντε ωρίμασα,

τον κόσμο εγώ θ' αλλάξω,

τόσο καιρό τον σπούδαζα,

τώρα θα τον διδάξω.

 

Σαράντα, κιόλας άρχισα

λιγάκι να γκριζάρω,

στο μέσον είμαι της ζωής,

αρχίζω να φρικάρω.

 

Σαρανταπέντε μια χαρά,
αλλά γιατί να θέλεις,
αιωνία μες της ζωής, 
τη μέση εσύ να μένεις.

 

Πενήντα και κατάλαβες,

ο κόσμος δεν θ' αλλάξει,

κοιτάς λιγάκι γύρω σου,

κόσμος από μετάξι.

άλλοι κόλλησαν στα επτά,

και άλλοι στα δεκάξι.

 

Θυμάμαι τώρα τα παλιά,

θέλω να ξαναζήσω,

αυτά που πέρασα παιδί,

πριν και εγώ να σβήσω,

μεγάλωσα τόσο πολύ,

πως να το συνηθίσω .

 

Πενήντα πέντε, τώρα πια,

τα ξέρω πλέον όλα,

ζω μια άσκοπη ζωή,

πολύ ονειροπόλα.

 

Εξήντα πλέον ώριμος

δεν είμαι ακόμα γέρος

είκοσι χρόνια μου 'μειναν

στην πείρα κάντε μέρος.

 

Τα εξηνταπέντε πάτησα,

πως πέρασαν τα χρόνια,

μέχρι χτες ήμουνα παιδί,

ζούσα ζωή αιώνια.

 

Μετά τα εβδομήντα μου,

τριπλά περνούν τα χρόνια,

φίλοι λίγοι απόμειναν,

μα απέκτησα εγγόνια.

 

Γύρω στα ογδόντα τώρα πια,

κανένα δε γνωρίζω,

άλλαξε ο κόσμος γύρω μου,

τι έχω να ελπίζω,

κοιτάω στον καθρέπτη μου,

αρχίζω να σαπίζω.

 

Σίγουρα, στα ενενήντα μου

δε θέλω να κολλήσω,

λίγα μπορώ να κάνω πια,

πολλά να επιθυμήσω,

ούτε να φάω δε μπορώ,

ούτε και να γα….

σύντομα απ’ τον κόσμο αυτό,

θαρρώ θα εκδημήσω.

 

Λαχτάρα έχω να μάθω πια,

τι άλλο έχω να ζήσω,

αυτούς που φύγανε νωρίς,

ποθώ να συναντήσω.

 

NAΛ






 

Θλίψη

π.12 - 10 Μαρ 18

 

Θλιμμένα πρόσωπα παντού, γύρω μας συναντάμε, 

δε φταίει η κρίση δυστυχώς, φταίει που προσπερνάμε, 

όλη την άπλα της ζωής, και στα στενά κολλάμε.

 

Φταίει που δεν ελέγχουμε, μα δεν το μολογάμε,

αυτό το άρρωστο μυαλό, που όλοι κουβαλάμε, 

τόσο μας εξαπάτησε, και μεις τ’ ακολουθάμε.

 

Θλίψη όταν έχουμε δουλειά, θλίψη όταν ζητάμε,

θλίψη όταν παχαίνουμε, θλίψη όταν πεινάμε,

θλίψη γιατί αγαπήσαμε, και δε μας αγαπάνε.

 

Γρήγορα η ζωή περνά, μα η μέρα δεν τελειώνει,

θλίψη που πάλι νύχτωσε, θλίψη που ξημερώνει.

 

Θλίψη όταν δε μιλιόμαστε, κι όταν χαζογελάμε,

θλίψη όταν κοιμόμαστε, θλίψη όταν ξυπνάμε,

 

θλίψη όταν σέλφι βγάζουμε, θλίψη όταν γλεντάμε.

θλίψη όταν πάμε στη δουλειά, θλίψη όταν γυρνάμε.

 

Θλιμμένοι μες την εκκλησιά, θλιμμένοι προσκυνάμε,

θλιμμένοι φεύγουμε μετά, γρήγορα για να φάμε,

με το φαΐ και το πιοτό, τη θλίψη μας ξεχνάμε.

 

Θλίψη όταν κερδίζουμε,  όσα κι αν αποκτάμε, 

θλίψη όταν τα χάνουμε, θλίψη κι όταν χρωστάμε,

θλίψη όταν σωπαίνουμε, θλίψη όταν ξεσπάμε.

 

Θλίψη όταν θέλει ο άνθρωπος, με χρήμα να χορτάσει,

και μέσα από τα σπλάχνα του, τη θλίψη να αδειάσει,

αδύνατο είναι τη χαρά, με χρήμα ν' αγοράσει.

 

Για λίγο, η δόξα σίγουρα, τη γιατρειά θα φέρει,

σ’ αυτόν που από κατάθλιψη, πονά και υποφέρει,

 

Μα όσο κι αν δόξα ονειρευτεί, όσο ψηλά κι αν φτάσει,

χειρότερα θα πληγωθεί, όσο κι αν κοπιάσει,

απ’ τα ψηλά στα χαμηλά, μια μέρα όταν θα σκάσει.

 

Το μόνο ζώο που μπορεί, αν θέλει να ευτυχίσει,

διαλέγει τόσο τραγικά, με θλίψη να γεμίσει.

 

Μεγάλο κρίμα κι άδικο, ποτέ να μην τολμήσει,

με μια μικρή ανάσα του, τη θλίψη να διαλύσει.

 

Έχει στομάχι που μπορεί, όλα να τα βαστάσει,

μα αυτός με ξυλοκέρατα, διαλέγει να χορτάσει.

 

Είναι ανικανοποίητη  η άρρωστη μας φύση,

δεν είναι μάλλον αρκετά,  φαί, πιοτό, γα@@σι

 

Μακάριος όποιος θα πει, ζω μέσα στ’ όνειρό μου,

σήμερα, αύριο και χτες, και στα στερνά του χρόνου.

 

Χαρούμενος κι ευγνώμονας, σαν πέφτει και κοιμάται,

δώρο πως είναι η ζωή, πάντα θα το θυμάται.

 

ΝΑΛ

 

 

 

Το Ζώον

π.13  25 Μαιου 18

 

Ποθεί ο άνθρωπος να ζει,

ζωή παραδεισένια,

να μην τον νοιάζει τίποτα,

και να μην έχει έννοια.

 

Βίο να έχει πλουμιστό,

αυτό έχει ζηλέψει,

δε ξεκολλάει το μυαλό,

για μια δεύτερη σκέψη.

 

Πόσο θα φάει, τι θα πιει

και πότε θα χωνέψει,

γιατρό να ψάχνει ύστερα,

για να το ‘νε γιατρέψει.

 

Στην πρόοδο του, μοναχά,

αυτός έχει πιστέψει,

καλάμι χρυσοποίκιλτο,

έχει καβαλικέψει.

 

Σα ζώο θέλησε να ζει,

μέσα στη σχιζοφρένεια,

δεν ξεχωρίζει τα χρυσά,

απ’ τα τενεκεδένια.

 

Θέλει δουλειά κροκόδειλου,

σαν τον κηφήνα, μέλι,

βασίλισσα του μελισσιού,

και σεξ σαν το κουνέλι.

 

Να πίνει σα νερόφιδο,

να τρώει σα γουρούνι,

πρότυπο να τον έχουνε

δέκα χιλιάδες Ούνοι.

 

Δύναμη να 'χει σα μπουλντόγκ,

γόητρο σα λιοντάρι,

ασφάλεια σκατζόχοιρου,

πείσμα σα το κριάρι.

 

Χρόνια πολλά αυτός να ζει,

σχεδόν σαν τη χελώνα,

μνήμη να χει χρυσόψαρου,

κορμί σαν τη γοργόνα.

 

Να προσαρμόζεται παντού,

όπως ο χαμαιλέων,

πιστό σκυλί τ’ αφεντικού,

και πάντα πειναλέον.

 

Να κυνηγά, να ξενυχτά,

όπως η νυχτερίδα,

και να ρημάζει γύρω του,

σα να ‘τανε ακρίδα.

 

Σα πρόβατο μες το μαντρί,

χωρίς καμιά ελπίδα,

σαν παπαγάλος να μιλά,

που έφαγε γλιστρίδα.

 

Ξέγνοιαστος σαν το τζίτζικα

νάρκισσος σαν παγόνι,

όλοι να τον φροντίζουνε,

σαν το μικρο μου πόνυ.

 

Να ναι σαν πίθηκος φαιδρός,

ξενύχτης σαν τον γκιώνη,

να περπατά σαν πέρδικα

σαν τίγρη να σκοτώνει.

 

Σαν ύαινα να τρέφεται,

με μια διπλή μασέλα,

αίμα των άλλων να ρουφά,

και να κολλά σα βδέλλα

 

Καμιά φορά από ψηλά,

ν ‘αρπάζει σαν το γύπα,

κι άλλοτε απ’ τα χαμηλά,

τσιμπά όπως η σκνίπα.

 

Αιμοδιψής και άπληστος,

σαν πονηρή νυφίτσα,

δίχτυα ν ‘απλώνει γύρω του,

όπως η αραχνίτσα.

 

Σα βάτραχος να το γλεντά,

στις καλαμιές, στα έλη,

να κρύβεται σα ποντικός

να ξεγλιστρά σα χέλι.

 

Να αγαπά το πάθος του,

σα στρείδι με το βράχο,

‘’άλλη καλύτερη ζωή’’

να λέει “εγώ δε θα χω”.

 

Πανούργος και αδίστακτος,

σαν τρομερό θηρίο,

ξεχνά, κι αυτός το τέλος του,

θα είναι σε φορείο.

 

Την αχρειότητα όλοι μας,

την έχουμε καμάρι,

άνθρωποι ότι είμαστε,

δε πήραμε χαμπάρι.

 

Ζωώδη ένστικτα παντού,
φαινόμενο παγκόσμιο,
γίνε εσύ η αλλαγή,
που θες να δεις στον κόσμο.


 

Επίμετρον

ελπιδοφόρον και ευχητικόν,

τα μάλα αντιδαρβινικόν και θεολογικόν

 

Αν καταλάβω κάποτε,

ότι δεν είμαι ζώο,

και σταματήσω ο άμοιρος,

τ' άλλα ζώα να τρώω,

κρασί, ίσως γευτώ, κι εγώ

σε … κάποιο υπερώο.

 
ΝΑΛ

 

 

 

Το μόνο ‘’ζώο’’

π.14  15 Ιουν 18

 

Μόνο ένα ζώο στη ζωή,

γνωρίζει πως πεθαίνει,

μέσα σε χρόνο ότι ζει,

και συνεχώς μαθαίνει.

 

Μόνο αυτό κληρονομεί,  

από πολλούς προγόνους,

με επίγνωση ότι κι αυτό

θα δώσει επιγόνους.

 

Ξέρει ότ’ είν’ μοναδικό,

φοβάται κι’ έχει άγχος,

πόθο μεγάλο για Θεό,

αλλά και θεομάχο.

 

Την ερημιά και μοναξιά,

λίγο μπορεί να ‘ντέξει

γνωρίζει ότι είναι αδύναμο,

και πότε έχει φταίξει.

 

Λόγο μονάχα έχει αυτό,

ζήλο και φαντασία,

δημιουργεί πολιτισμό,

με κάθε εργασία.

 

Να επιβιώνει μονάχα,

δεν είναι η μόνη έννοια,

γνωρίζει λύπη και χαρά,

καφριλα και ευγένεια.

 

Εμπάθεια, ζήλια, τσιγκουνιά,

ανθρώπους τους θερίζει,

το μόνο ζώο που μετά,

μπορεί να κοκκινίζει.


 

Μόνο αυτό μπορεί,

να θέλει να μη ζήσει,

τέλος να βάλει στη ζωή,

και να αυτοκτονήσει.

 

Ελευθερία απέραντη,

ελευθερία τόση,

οπότε αυτό ερωτευτεί,

τότε θα ζευγαρώσει,

όχι άμα είναι η εποχή,

χρέος να εκπληρώσει.

 

Πολλοί δεν καταλάβανε,

τη διαφορά απ’ το ζώο,

και λένε ‘’είμαι ευτυχής,

σανό μόνο να τρώω’’.

 

Μακεδονία κι αν τα πουν,

δεκάρα εγώ δε δίνω,

σανό μονάχα να ‘χω ‘γω,

και κώλο να φαρδύνω.

 
ΝΑΛ