Το μεταναστευτικό ως αποδιοπομπαίος τράγος
Η λέξη «εισβολή» (όσο αφορά στο μεταναστευτικό), από ‘κει που αποτελούσε ακραίο πολιτικό (ακροδεξιό) λόγο, πλέον έχει γίνει καραμέλα δημόσιο διάλογο.
Οι λέξεις δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Δεν χρησιμοποιούνται μόνο για να περιγράψουν την πραγματικότητα αλλά και για να τη νοηματοδοτήσουν. Έτσι και η λέξη «εισβολή» έχει ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό, πολιτικό και νομικό περιεχόμενο.
Στην κυριολεκτική της έννοια, εισβολή δεν είναι απλώς η μαζική είσοδος ανθρώπων σε μια χώρα. Είναι μια οργανωμένη ενέργεια, στην οποία υπάρχει ένας αναγνωρίσιμος δράστης, ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, συντονισμός, σχέδιο και συγκεκριμένος σκοπός, όπως η κατάληψη εδάφους, η επιβολή πολιτικής βούλησης, ή η άσκηση κυριαρχίας. Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939, η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία το 1944, ή η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 έχουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Υπάρχει σαφής επιτιθέμενος, στρατηγικός σχεδιασμός και κοινός αντικειμενικός σκοπός.
Οι μεταναστευτικές ροές, αντίθετα, δεν παρουσιάζουν συνήθως αυτά τα χαρακτηριστικά. Δεν αποτελούνται από ανθρώπους που υπακούν σε μία ενιαία διοίκηση, ούτε κινούνται όλοι για τον ίδιο λόγο.
Άλλοι εγκαταλείπουν πολέμους, άλλοι διώξεις, άλλοι ακραία φτώχεια, άλλοι αναζητούν καλύτερες οικονομικές προοπτικές. Υπάρχουν βεβαίως εγκληματικά δίκτυα διακινητών που οργανώνουν παράνομες διελεύσεις, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες κράτη επιχειρούν να εργαλειοποιήσουν τις μεταναστευτικές ροές για να ασκήσουν πολιτική πίεση σε γειτονικές χώρες. Αυτά όμως είναι διαφορετικά φαινόμενα από την έννοια μιας στρατιωτικής εισβολής και με κανένα τρόπο δε σημαίνουν ότι κάθε μετανάστης αποτελεί μέρος ενός ενιαίου σχεδίου κατάκτησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη δεν έχουν δικαίωμα να προστατεύουν τα σύνορά τους, ή ότι οι μεγάλες παράτυπες μεταναστευτικές ροές δεν δημιουργούν σοβαρές δυσκολίες. Μπορούν να επιβαρύνουν τις δημόσιες υπηρεσίες, να δυσχεράνουν την κοινωνική ένταξη, να δημιουργήσουν ζητήματα δημόσιας ασφάλειας και να ενισχύσουν τη δράση εγκληματικών κυκλωμάτων.
Τα προβλήματα αυτά είναι πραγματικά και δεν πρέπει να υποτιμώνται.
Οι ίδιες όμως οι μελέτες για τη σχέση μετανάστευσης και εγκληματικότητας δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από όσο υπονοεί ο όρος «εισβολή». Δεν διαπιστώνουν μια σταθερή και γενικευμένη σχέση ανάμεσα στις μεταναστευτικές ροές και στη συνολική εγκληματικότητα. Σε ορισμένες περιοχές, ή για συγκεκριμένες κατηγορίες αδικημάτων μπορεί να καταγράφονται αυξήσεις, ενώ σε άλλες δεν παρατηρείται καμία ουσιαστική μεταβολή. Η έκβαση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως την αποτελεσματικότητα των θεσμών, τις πολιτικές ένταξης, τις οικονομικές συνθήκες, τη σύνθεση των μεταναστευτικών πληθυσμών και την ικανότητα του κράτους να διαχειρίζεται τις ροές. Τα δεδομένα, επομένως, δεν επιβεβαιώνουν ούτε την απόλυτη άρνηση των προβλημάτων, ούτε τη γενίκευση ότι κάθε μεγάλη μεταναστευτική ροή ισοδυναμεί με εισβολή.
Η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης νομίζω έχει μία σημαντική σκοπιμότητα.
Στο δίκαιο και στην πολιτική, ο τρόπος με τον οποίο χαρακτηρίζεται ένα φαινόμενο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θεωρείται θεμιτό να αντιμετωπιστεί.
Αν ένα κράτος θεωρεί ότι αντιμετωπίζει μεταναστευτικές ροές, θα ενεργοποιήσει κατά κανόνα μέσα συνοριακής φύλαξης, αστυνόμευσης, εφαρμογής της μεταναστευτικής νομοθεσίας, διεθνούς συνεργασίας και καταπολέμησης των κυκλωμάτων διακίνησης.
Αν όμως το ίδιο φαινόμενο περιγραφεί ως «εισβολή», τότε μεταφέρεται εννοιολογικά στο πεδίο της εθνικής άμυνας. Και οι εισβολές, στη νομική και ιστορική τους σημασία, αντιμετωπίζονται με μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για ένοπλες επιθέσεις όπως στρατιωτική κινητοποίηση, έκτακτες εξουσίες και ακόμη και χρήση ένοπλης βίας.
Η γλώσσα διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και κατά συνέπεια, το είδος των λύσεων που θεωρούμε νόμιμες, αναγκαίες, ή ακόμη και ηθικά δικαιολογημένες.
Οι ίδιοι οι πολιτικοί και δη αρχηγοί κομμάτων με μεγάλη απήχηση, δηλώνουν σε δημόσιο λόγο ότι τάσσονται υπέρ της εν ψυχρώ δολοφονίας ανθρώπων (ο πρόεδρος ‘’Ελληνικής Λύσης’’ στην Ελλάδα δήλωσε ότι οι βάρκες με μετανάστες πρέπει να βουλιάζονται).
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην ίδια τη λέξη, αλλά στη λογική που μπορεί να οικοδομηθεί γύρω από αυτήν. Όταν μια κοινωνία πειστεί ότι δεν αντιμετωπίζει ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο αλλά μια «εισβολή», τότε ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως άνθρωπος με διαφορετικές ιστορίες και κίνητρα και μετατρέπεται σε απρόσωπη εθνική πολεμική απειλή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί αναλόγως.
Αυτή ακριβώς είναι η λογική πάνω στην οποία ιστορικά έχουν στηριχθεί πολλές αυταρχικές πολιτικές. Όταν μια κοινωνία πείθεται ότι βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση πολιορκίας, γίνεται ευκολότερο να αποδεχθεί περιορισμούς δικαιωμάτων, υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων και μια πολιτική που αντικαθιστά τον διάλογο με την καταστολή.
Το αντίθετο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης δεν είναι η κατάργηση της ελευθερίας και των αξιών και ιδεωδών πάνω στα οποία οικοδομήθηκε ο δυτικός πολιτισμός. Ούτε η προστασία μιας κοινωνίας επιτυγχάνεται όταν αυτή γκρεμίζει τα ίδια της τα θεμέλια.
Και εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό στοιχείο της ίδιας λογικής.
Η θυματοποίηση.
Η κατασκευή ενός «εχθρού» δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς την κατασκευή ενός «θύματος». Για να υπάρξει ο «εισβολέας», πρέπει να υπάρχει και κάποιος που αισθάνεται ότι δέχεται την επίθεση.
Η οικονομική ανασφάλεια, η υποβάθμιση μιας γειτονιάς, η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες, η εγκληματικότητα, η δημογραφική συρρίκνωση, ή ακόμη και η γενικότερη αίσθηση ότι «τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο» αρχίζουν να έχουν την ανάγκη ενός θύτη.
Εδώ εισέρχεται και η έννοια της «εισβολής», η οποία δεν περιγράφει απλώς τον άλλον ως απειλή. Παρέχει ταυτόχρονα σε εμάς τον ρόλο του θύματος.
Έτσι μετατρέπεται μια εξαιρετικά σύνθετη πραγματικότητα σε μια εύκολη ιστορία με θύματα, θύτες και σωτήρες.
Αυτός ο μηχανισμός δεν αφορά αποκλειστικά στη μετανάστευση. Οι κοινωνίες, όπως και τα άτομα, μπορούν σε περιόδους κρίσης να αναπτύξουν μια ισχυρή ταυτότητα θύματος. Την αίσθηση ότι υφίστανται διαρκώς αδικία, ότι απειλούνται από εξωτερικές δυνάμεις και ότι η ευθύνη για τη σημερινή τους κατάσταση βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά έξω από τις ίδιες.
Πριν από δέκα χρόνια, για παράδειγμα, η θυματοποίηση καλά κρατούσε. Απλώς δεν είχε ως θύτη το μεταναστευτικό. Η θυματοποίηση είναι κυρίαρχο φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύεται ο κόσμος. Και ο λόγος είναι απλός. Η εναλλακτική είναι η αυτοκριτική και η αυτοκριτική είναι εξαιρετικά δύσκολο πράγμα. Πάντα είναι ευκολότερο να φταίει ο άλλος.
Δε θα αναφερόμασταν όμως στη θυματοποίηση εάν δεν ήταν το πρώτο στάδιο μιας επικίνδυνης πολιτικής λογικής. Μια κοινωνία διαρκώς ‘’υπό επίθεση’’ μπορεί να αρχίσει να αποδέχεται όλο και πιο ακραίες απαντήσεις στο όνομα της αυτοπροστασίας.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο αποδιοπομπαίος τράγος.
Στην κοινωνική ψυχολογία, ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου εμφανίζεται όταν μια κοινωνία, μπροστά σε σύνθετες κρίσεις, αναζητά έναν εύκολο και ορατό στόχο στον οποίο μπορεί να αποδώσει την ευθύνη για ευρύτερες αποτυχίες.
Η οικονομική στασιμότητα, δημογραφική γήρανση, ενεργειακή εξάρτηση, απώλεια βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, γεωπολιτική αβεβαιότητα, δυσκολίες στην άσκηση κοινής εξωτερικής πολιτικής και κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, είναι προβλήματα που έχουν βαθιές και πολυπαραγοντικές αιτίες. Δεν δημιουργήθηκαν από τη μετανάστευση και δεν μπορούν να λυθούν μόνο μέσω της μεταναστευτικής πολιτικής.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι όλες οι ανησυχίες γύρω από τη μετανάστευση είναι αδικαιολόγητες. Τα κράτη έχουν δικαίωμα να ελέγχουν τα σύνορά τους, να εφαρμόζουν τους νόμους τους και να απαιτούν πολιτικές που διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή. Σημαίνει όμως ότι μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να έχει την ωριμότητα να διαχωρίζει τα πραγματικά προβλήματα από τις συμβολικές φορτίσεις που συχνά τους προσδίδει.
Υπάρχει, άλλωστε, μια απλή υπόθεση εργασίας, που μπορεί να αποκαλύψει το μέγεθος της υπερβολής.
Ας υποθέσουμε ότι αύριο το πρωί δεν υπήρχε κανένα μεταναστευτικό ζήτημα στην Ευρώπη. Ότι δεν υπήρχε ούτε ένας παράτυπος μετανάστης, ούτε μία νέα μεταναστευτική άφιξη, ούτε καμία πίεση στα σύνορα.
Θα εξαφανίζονταν άραγε αυτομάτως τα βασικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Θα επέστρεφε η βιομηχανική της ισχύς; Θα σταματούσε η δημογραφική γήρανση; Θα εξαφανιζόταν η ενεργειακή κρίση; Θα αποκαθίστατο η γεωπολιτική της επιρροή; Θα απομακρυνόταν η πιθανότητα του πυρηνικού ολοκαυτώματος; Θα αποκαθίστατο η κοινωνική συνοχή και θα εξαφανίζονταν οι ανισότητες; Θα λύνονταν η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς και η αίσθηση πολιτικής αδυναμίας που υπάρχει σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινωνίας;
Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος του αποδιοπομπαίου τράγου.
ΝΑΛ